Κάτοχοι αξιόγραφων τράπεζας Κύπρου Ελλάδος


2238/2024 τρ. ΕΦ ΑΘΗΝΩΝ

 

 ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΝΟΜΟΣ (Netcompany-Intrasoft)

2238/2024 ΕΦ ΑΘΗΝΩΝ (ΤΡΙΜ) ( 872582)
 
 
(Α` ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)
Αγωγή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης επί πλημμελούς εκπλήρωσης σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Βασικά στοιχεία σύμβασης επενδυτικών υπηρεσιών κατά Ν. 3606/2007. Μπορεί να συνάπτεται και ατύπως. Συνεκτιμώμενα κριτήρια για την σιωπηρή σύναψη αυτής ιδίως εκ μέρους τραπεζικών εταιρειών. Εταιρείες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (Α.Ε.Π.Ε.Υ) όπου εντάσσονται και τα πιστωτικά ιδρύματα. Υποχρέωση κατά την κείμενη νομοθεσία των τραπεζών, ως φορέων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, για ορθή και έγγραφη ενημέρωση των πελατών τους κατά την διενέργεια επενδύσεων.  Βασικοί πυλώνες της άνω έγγραφης ενημέρωσης κατά την κείμενη νομοθεσία και κριτήρια που συνεκτιμώνται προς παροχή εξειδικευμένων πληροφοριών ανά επενδυτή. Μεταξύ αυτών η συμπλήρωση ερωτηματολογίου από τους πελάτες για την συγκρότηση του επενδυτικού τους προφίλ.  Έννοια ομoλόγων ατελεύτητης ή αόριστης διάρκειας (perpetual bonds) που συνιστούν πολύπλοκα επενδυτικά προϊόντα. Όροι αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση κατ΄ άρθρο 914 ΑΚ. Βασικές περιστάσεις για την  κατ εξαίρεση συρροής αδικοπρακτικής και ενδοσυμβατκής ευθύνης προς αποζημίωση. Αν η υπαίτια παράλειψη της τράπεζας να ενημερώσει πελάτη της σχετικά με κινδύνους επένδυσης, επέφερε αιτιωδώς ζημία αυτού προκύπτει αδικοπρακτική ευθύνη αυτής για αποζημίωση. Όροι αδικοπρακτικής ευθύνης προστήσαντος για παράνομες και υπαίτιες πράξεις του προστηθέντος κατ΄ άρθρο 922 ΑΚ.  Η αυτή ευθύνη των τραπεζών μπορεί να θεμελιωθεί και στην παραβίαση του Ν. 2251/1994 «Περί Προστασίας Καταναλωτή». Έννοια καταναλωτή όπου εντάσσεται και ο πελάτης τράπεζας ανεξαρτήτως αν συναλλάσσεται για επαγγελματικούς λόγους. Απαιτούμενα στοιχεία για την συνδρομή της άνω ευθύνης. Κατανομή του σχετικού βάρους αποδείξεως ισχυρισμών μεταξύ των διαδίκων. Βάσιμο ένστασης συνυπολογισμού κέρδους και ζημίας του παθόντος εξ αδικοπραξίας αλλά και συντρέχοντος πταίσματος αυτού στην πρόκληση της ζημίας του. Όροι αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση λόγω συμπεριφοράς ενάντια στα χρηστά ήθη κατ΄ άρθρο 919 ΑΚ. Ακυρότητα δικαιοπραξίας λόγω απάτης. Περιεχόμενο αξίωσης αποζημίωσης παθόντος αναλόγως της αποδοχής της δικαιοπραξίας ως έγκυρης ή άκυρης στην άνω περίπτωση. Ορθώς το πρωτόδικο δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή. Απορρίπτει έφεση κατά της 3603/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

 
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αριθμός 2238/2024

ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

[ΤΜΗΜΑ 13ο]

 Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Μαρία Γαϊτάνη, Πρόεδρο Εφετών, σε αντικατάσταση της Προέδρου Εφετών Λελούδας Αντερριώτου λόγω κωλύματος αυτής δυνάμει της 53/2023 απόφασης του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών, Ελένη Οικονόμου Εφέτη-Εισηγήτρια και Τριανταφυλλιά Αλέγρα Εφέτη και τον Γραμματέα Μιχάλη Αλεξάκη.

 Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 8 Ιουνίου 2023, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

 ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία « ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ ( Λ.Τ.Δ. )» και δ.τ. « ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ » που εδρεύει στη Λευκωσία Κύπρου ( ........./....... ), με ΑΦΜ ............. και είναι νομίμως εγκατεστημένη στην Ελλάδα δια του υποκαταστήματος της επί της ................. αριθ. ......., Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα με ΑΦΜ .............., η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, από τις πληρεξούσιες δικηγόρους της, Ελένη Δήμου και Μαρία Φερφέλη, της δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία « ΠΟΤΑΜΙΤΗΣ - ΒΕΚΡΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ », με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

 ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1. .............. του ............., κατοίκου Ηγουμενίτσας νομού Θεσπρωτίας, οδός .............αριθ. ...., ΑΦΜ ..........,

 2.    .......... συζ. .............., το γένος .............., κατοίκου Ηγουμενίτσας νομού Θεσπρωτίας, οδός ...... αριθ. ...., ΑΦΜ ...........,

 3.    ............... του .........., κατοίκου Ηγουμενίτσας νομού Θεσπρωτίας, οδός ............. αριθ. ...., ΑΦΜ ...........,

 4.    ............. του .............., κατοίκου ............ Αττικής, οδός ..........αριθ. .........., ΑΦΜ ................,

 5.    .............. του ................., κατοίκου ..............Θεσσαλονίκης, οδός ............αριθ. ....., ΑΦΜ ...............,

 6.    ................ του ..............., κατοίκου ................ Θεσσαλονίκης, οδός ........... αριθ. ...., ΑΦΜ ..................,

 7.    ................του ..............., κατοίκου Κιλκίς, οδός ................., αριθ. ........, ΑΦΜ .................,

 8.    ................. του ................, κατοίκου .............. Αττικής, .................., αριθ. ...., ΑΦΜ ...............,

 9.    .........του ..............., κατοίκου ............... Θεσσαλονίκης, οδός .........., αριθ. ....., ΑΦΜ .................,

 10.    ............... του ..............., κατοίκου Νέου Ηρακλείου Αττικής, οδός .............., αριθ. ...., ΑΦΜ .................,

 11.    .............. του ......................., κατοίκου ................ Ιωαννίνων νομού Ιωαννίνων, οδός .................. αριθ. ....., ΑΦΜ ...........,

 12.    ................ του ..............., κατοίκου .................. Φλώρινας, ΑΦΜ .............,

 13.    ................., κατοίκου .............. Αττικής, οδός .............. αριθ. ........., ΑΦΜ ................,

 14.    ................του ............., κατοίκου ................., κτίρια ..... αριθ. ...., ΑΦΜ .................,

 15.    ...............του .........., κατοίκου Καβάλας , οδός ........... αριθ...., ΑΦΜ ...........,

 16.    ............. του .........., κατοίκου ............, οδός ......... αριθ. ....., ΑΦΜ ............,

 17.    ............... του ............., κατοίκου .................., οδός ................ αριθ. ...., ΑΦΜ ...............,

 18.    ............ του .........., κατοίκου ..........., οδός ...........αριθ. ........, ΑΦΜ ................,

 19.    .......... του ..............., κατοίκου .................., οδός ............. αριθ. ......, ΑΦΜ ...............,

 20.    ......... του ..........., κατοίκου ................ Αττικής, οδός .........., αριθ...., ΑΦΜ .....................,

 21.     του ...., κατοίκου ............... Αττικής, οδός .............., αριθ. ....., ΑΦΜ ...............,

 22.    ....... του ........, κατοίκου ............. Αττικής, οδός .......... αριθ. ...., ΑΦΜ .............,

 23.    .................. του ..........., κατοίκου Σερρών, οδός ........... αριθ. ..., ΑΦΜ ....................,

 24. .......... του ........, κατοίκου .................Αργολίδας, ΑΦΜ ............,

 25. ............. του ............., κατοίκου ............... Αργολίδας, ΑΦΜ .................., τους οποίους εκπροσώπησε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους, Μιχαήλ Μαρκουλάκος, της δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία « Ι& Μ. ΜΑΡΚΟΥΛΑΚΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ».

 Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι, με την από 14-6-2017 ( με αριθ. εκθ. καταθ. .............../.........../2017 ) αγωγή τους, σε βάρος της εναγομένης ήδη εκκαλούσας και του .................., ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ’ αυτήν Το πρωτόδικο Δικαστήριο, με την υπ’ αριθ. αριθ. 3603/2019 οριστική απόφασή του δέχθηκε αυτήν κατά ένα μέρος. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η πρώτη εναγομένη ήδη εκκαλούσα, με την από 16-12-2019 ( με αριθ. εκθ. καταθ. ......./........../16-12-2019 ) έφεσή της. Η υπόθεση προσδιορίστηκε αρχικά για την δικάσιμο της 10-12-2020, μετά από αναβολή για την 10-2-2022 και μετά από αναβολή, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, οπότε εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

 Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, κατέθεσαν εμπρόθεσμα τις προτάσεις τους και παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, όπως αναφέρθηκε.

 ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

 ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

 Η κρινόμενη από 16-12-2019 ( με αριθ. εκθ. καταθ. …../…../16-12-2019 ) έφεση, κατά της με αριθ. 3603/2019 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων, έχει ασκηθεί παραδεκτώς και εμπροθέσμως, καθόσον αποδεικνύεται ότι ακριβές κυρωμένο αντίγραφο της ως άνω οριστικής αποφάσεως επιδόθηκε νομοτύπως στην εκκαλούσα τραπεζική εταιρεία, εδρεύουσα στην Λευκωσία Κύπρου, στις 18-10-2019 ( βλ. την από 18-10-2019 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ............το σώμα της επιδοθείσας αποφάσεως) και η υπό κρίση έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, στις 16-12-2019 ( βλ. την προαναφερόμενη έκθεση καταθέσεως ενδίκου μέσου του Πρωτοδικείου Αθηνών - άρθρα 19, 144 παρ. 1, 495 παρ. 1, 498, 511, 513 παρ. 1 περ. β`, 516, 517, 518 παρ. 1 εδ. β` ΚΠολΔ ). Πρέπει, επομένως, η κρινόμενη έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατά το παραδεκτό, το νόμω και ουσία βάσιμο των επιμέρους λόγων της κατά την αυτή διαδικασία ( άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ ), δεδομένου ότι για το παραδεκτό αυτής έχει καταβληθεί το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 στοιχ. Α` του ΚΠολΔ παράβολο, η κατάθεση του οποίου βεβαιώνεται στην από την προαναφερόμενη έκθεση καταθέσεως της κρινόμενης εφέσεως.

 Οι ενάγοντες άσκησαν την από 14-6-2017 ( με αριθ. εκθ. καταθ. ……./…………./2017 ) αγωγή τους, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ( Τακτική Διαδικασία ), με την οποία εκθέτουν ότι η πρώτη εναγομένη, αλλοδαπή τραπεζική εταιρία, με την οποία συνεργάζονταν στα πλαίσια τοποθετήσεως των αποταμιεύσεών τους, έχοντας αναπτύξει σχέση εμπιστοσύνης, πρότεινε δια των αρμοδίων υπαλλήλων της στον αναφερόμενο, κατά περίπτωση, στο αγωγικό δικόγραφο τόπο και χρόνο, παρέχοντας σε αυτούς επενδυτική συμβουλή, να προβούν στην αγορά μετατρέψιμων χρεογράφων, ήτοι ενός νέου και εξαιρετικώς συμφέροντος, κατά τους ισχυρισμούς της, καταθετικού προϊόντος με τη μείζονα δυνατή τοκοφορία και απολύτως εξασφαλισμένη επιστροφή κεφαλαίου, παραπλήσιο της προθεσμιακής καταθέσεως, καθώς μετά το πέρας της συμφωνηθείσας πενταετούς διάρκειας του συγκεκριμένου επενδυτικού προϊόντος η πρώτη εναγομένη αλλοδαπή τραπεζική εταιρία είχε υποχρέωση να τους αποδώσει το αρχικό κεφάλαιο. Ότι τα ομόλογα αυτά παρουσιάσθηκαν στον πρώτο, τέταρτη, πέμπτο, έβδομο, όγδοο, ένατο, δέκατο και ενδέκατο των εναγόντων, ως ιδιαιτέρως ελκυστικά, καθ’ όσον προσέφεραν σταθερό επιτόκιο 7,5% για το πρώτο έτος και κυμαινόμενο επιτόκιο έκτοτε. Ότι, πειθόμενοι στις διαβεβαιώσεις των αρμοδίων υπαλλήλων της πρώτης εναγομένης αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, προέβησαν έκαστος στην τοποθέτηση των αναφερομένων στην αγωγή ποσών που εκταμιεύθηκαν από τους αναφερομένους κατά περίπτωση τραπεζικούς λογαριασμούς τους, με τα οποία αγόρασαν μετατρέψιμα χρεόγραφα με λογαριασμούς τους, με τον τίτλο « Μετατρέψιμα Χρεόγραφα ». Ότι, ομοίως, πειθόμενοι στις παραινέσεις και τις οδηγίες των αρμοδίων υπαλλήλων της πρώτης εναγομένης αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, ανανέωσαν τα Μ.Χ. με τα δήθεν όμοια και αποδοτικότερα επενδυτικά προϊόντα με την ονομασία « Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου » ( Μ.Α.Κ. ή ΚΥΠΡΟ 2 ), που τους παρουσιάσθηκαν από τους υπαλλήλους της πρώτης εναγομένης ως βελτιωμένο τραπεζικό προϊόν σε σχέση με τα Μ.Χ., αναφορικά με το επιτόκιο, το οποίο πλέον ήταν σταθερό ( 5,5% ετησίως ) και όχι κυμαινόμενο. Ότι ακολούθως, οι αρμόδιοι υπάλληλοι της πρώτης εναγομένης αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας καθοδήγησαν αυτούς να ανταλλάξουν τα Μ.Α.Κ. ή ΚΥΠΡΟ2 με νέα επενδυτικά προϊόντα, ήτοι τα « Μετατρέψιμα Ενισχυμένα Αξιόγραφα Κεφαλαίου » ( Μ.Α.Ε.Κ. ή ΚΥΠΡΟ 3 ), τα οποία ομοίως παρουσιάστηκαν ως βελτιωμένο τραπεζικό προϊόν σε σχέση με τα Μ.Α.Κ., αναφορικά με το επιτόκιο, το οποίο ήταν αυξημένο κατά ποσοστό 1%. Ότι περαιτέρω, ο δωδέκατος, δέκατος τρίτος, δέκατος τέταρτος, δέκατος πέμπτος, δέκατος έκτος, δέκατη έβδομη, δέκατη όγδοη, δέκατη ένατη, εικοστός και εικοστή πρώτη των εναγόντων, πειθόμενοι στις διαβεβαιώσεις των αρμοδίων υπαλλήλων της πρώτης εναγομένης αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, προέβησαν έκαστος στην τοποθέτηση των αναφερομένων στην αγωγή ποσών που εκταμιεύθηκαν από τους αναφερομένους κατά περίπτωση τραπεζικούς λογαριασμούς τους, με τα οποία αγόρασαν τα δήθεν κατάλληλα για συντηρητικούς επενδυτές και αποδοτικά επενδυτικά προϊόντα με την ονομασία « Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου » ( Μ.Α.Κ. ή ΚΥΠΡΟ 2 ), που τους παρουσιάσθηκαν από τους υπαλλήλους της πρώτης εναγόμενης ως έχοντα δήθεν τα χαρακτηριστικά μίας απλής προθεσμιακής κατάθεσης, με εγγυημένη απόδοση κεφαλαίου και με σταθερό ετήσιο επιτόκιο ύψους 5,5%. Ότι ακολούθως, οι αρμόδιοι υπάλληλοι της πρώτης εναγομένης αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας καθοδήγησαν αυτούς να ανταλλάξουν τα « Μ.Α.Κ. » ( ή « ΚΥΠΡΟ 2» ) με νέα επενδυτικά προϊόντα, ήτοι τα « Μετατρέψιμα Ενισχυμένα Αξιόγραφα Κεφαλαίου » ( Μ.Α.Ε.Κ. ή ΚΥΠΡΟ 3 ), τα οποία ομοίως παρουσιάστηκαν ως βελτιωμένο τραπεζικό προϊόν σε σχέση με τα Μ.Α.Κ., αναφορικά με το επιτόκιο, το οποίο ήταν αυξημένο κατά ποσοστό 1%. Ότι, περαιτέρω, ο εικοστός δεύτερος, εικοστός τρίτος και εικοστός τέταρτος των εναγόντων, πειθόμενοι στις διαβεβαιώσεις των αρμοδίων υπαλλήλων της πρώτης εναγομένης αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, προέβησαν έκαστος στην τοποθέτηση των αναφερομένων στην αγωγή ποσών που εκταμιεύθηκαν από τους αναφερομένους κατά περίπτωση τραπεζικούς λογαριασμούς τους, με τα οποία αγόρασαν τα δήθεν κατάλληλα για συντηρητικούς επενδυτές, καθώς και αποδοτικά επενδυτικά προϊόντα με την ονομασία τα « Μετατρέψιμα Ενισχυμένα Αξιόγραφα Κεφαλαίου » ( Μ.Α.Ε.Κ. ή ΚΥΠΡΟ 3 ), που τους παρουσιάσθηκαν από τους υπαλλήλους της πρώτης εναγομένης ως έχοντα εγγυημένη απόδοση κεφαλαίου και με σταθερό ετήσιο επιτόκιο ύψους 6,5%. Ότι στην πραγματικότητα επρόκειτο για πολύπλοκα χρηματοοικονομικά προϊόντα, τα οποία ήταν υβριδικά και μετατρέψιμα, σύνθετα στη σύλληψη και λειτουργία τους, με όρους μονομερώς προδιατυπωμένους, συνιστώντα μη εξασφαλισμένες και ελάσσονος προτεραιότητας υποχρεώσεις της πρώτης εναγομένης αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, συνδεόμενα με πλήθος κινδύνων, είτε γενικών ( κίνδυνος πτωχεύσεως της πρώτης εναγομένης αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, κίνδυνος επιτοκίου, πιστωτικός κίνδυνος, κίνδυνος ρευστότητας αγοράς ), είτε ειδικών ( κίνδυνος αφερεγγυότητας της Τράπεζας, κίνδυνος απώλειας κεφαλαιακής επάρκειας, κίνδυνος ακυρώσεως καταβολής τόκων, επιχειρηματικός κίνδυνος, κίνδυνος εκμηδενίσεως της αξίας τους λόγω μετατροπής τους σε μετοχικό κεφάλαιο της Τράπεζας κλπ.), διαπραγματεύσιμα στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, αόριστης διάρκειας ( perpetual -όσο αφορά τα Μ.Α.Κ. και στα Μ.Α.Ε.Κ. ), περιέχοντα τον όρο της ακυρώσεως πληρωμής τόκων σε περίπτωση κεφαλαιακής ανεπάρκειας της Τράπεζας ( όσο αφορά τα Μ.Α.Κ. ) ή, επιπλέον, τον όρο της υποχρεωτικής μετατροπής σε μετοχές ( όσο αφορά τα Μ.Α.Ε.Κ. ). Ότι σκοπός εκδόσεως των Μ.Χ. το έτος 2008 ήταν η ενίσχυση του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειάς της ( δευτεροβάθμιο κεφάλαιο - Tier 2 ), για το λόγο δε, αυτό η πρώτη εναγομένη αλλοδαπή τραπεζική εταιρία προώθησε τα εν λόγω χρηματοοικονομικά προϊόντα, τα οποία ήταν σχεδιασμένα να « απορροφούν » τυχόν ζημίες της, στη λιανική τραπεζική ( δηλαδή σε πλήθος πελατών, καταθετών ή μετόχων της ) ως « μηδενικού ρίσκου » και ασφαλή προϊόντα, όπως μια προθεσμιακή κατάθεση. Ότι την 6-6-2009 η πρώτη εναγομένη αλλοδαπή τραπεζική εταιρία προέβη στην έκδοση των Μ.Α.Κ., αποσκοπώντας στην ενίσχυση της κεφαλαιακής της θέσεως δια της αυξήσεως των ιδίων κεφαλαίων αυτής ( Tier 1 ), στοχεύοντας σε ανταλλαγή κατά ποσοστό 100% των Μ.Χ. από τα Μ.Α.Κ., πείθοντας τους κατόχους των Μ.Χ. ότι τα Μ.Α.Κ. είναι εξίσου ασφαλή χρηματοοικονομικά προϊόντα, βελτιωμένα ως προς το επιτόκιο και περισσότερο συμφέροντα, αποκρύπτοντας όμως την επιδείνωση της πραγματικής κεφαλαιακής της θέσεως λόγω της υπερβολικής εκθέσεως αυτής σε Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου ( Ο.Ε.Δ. ) κατά το χρονικό διάστημα Δεκεμβρίου 2009 - Απριλίου 2010, τελικώς δε υπέστη ζημία στα ίδια κεφάλαιά της λόγω απομειώσεως της αξίας των Ο.Ε.Δ., με συνέπεια την επιδείνωση της κεφαλαιακής της επάρκειας, καθ’ όσον δεν είχε λάβει μέτρα αποφυγής ή περιστολής της ζημίας αυτής. Ότι η πρώτη εναγομένη αλλοδαπή τραπεζική εταιρία, αφ’ ενός μεν απέφυγε να αποτυπώσει λογιστικώς στις οικονομικές της καταστάσεις, αφ’ ετέρου δε, στις 18-5-2011 εξέδωσε και προώθησε μέσω των αρμοδίων υπαλλήλων της στους πελάτες λιανικής τραπεζικής τα Μ.Α.Ε.Κ., τα οποία ομοίως εντάσσονταν στα ίδια κεφάλαια της πρώτης εναγομένης αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, προσαυξάνοντας το δείκτη κεφαλαιακής διαλάμβαναν τους ιδιαιτέρως δυσμενείς όρους της υποχρεωτικής ακυρώσεως τόκων και της υποχρεωτικής μετατροπής σε μετοχές, εν τέλει δε κατέπεισε τους ενάγοντες, δήθεν προς το συμφέρον τους, στην αγορά των Μ.Α.Ε.Κ., τα οποία όμως παρείχαν σε αυτήν τις ως άνω ευχέρειες μονομερούς ενέργειας, ενώ πραγματικός και αποκλειστικός σκοπός της ήταν η, κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστεως και του εγχειριδίου πολιτικής κινδύνων χρησιμοποίηση των ως άνω επενδυτικών προϊόντων ως εργαλείων ενισχύσεως και διατηρήσεως της κεφαλαιακής επάρκειας αυτής, εκμεταλλεύθηκε δε την προνομιακή αυτής πληροφόρηση σε σχέση με αυτούς, την ισχυρή οργανωτική και λειτουργική υποδομή της ( διατήρηση καταστημάτων σε όλη την Ελλάδα ), την εκτεταμένη δυνατότητα διεισδύσεως στην προσωπική τους σφαίρα, ώστε με ελλιπή ενημέρωση και σύσταση να τους καταπείσει δολίως να τοποθετήσουν τις αποταμιεύσεις τους αρχικώς σε Μ.Χ. ( με σκοπό την ενίσχυση του δευτεροβαθμίου κεφαλαίου της - Tier 2 ), εν συνεχεία σε Μ.Α.Κ. ( με σκοπό την ενίσχυση του πρωτοβαθμίου κεφαλαίου της - Tier 1 ) και εν τέλει σε Μ.Α.Ε.Κ. ( με σκοπό την ενίσχυση του δείκτη Core Tier 1 ). Ότι για την εξυπηρέτηση των σκοπών αυτών οργάνωσε προωθητικές ενέργειες των εν λόγω επενδυτικών προϊόντων, όρισε συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα, έθεσε συγκεκριμένη στοχοθέτηση ανά κατάστημα και έδωσε ρητές οδηγίες και εντολές προς τους υπαλλήλους της, σχετικώς με την προώθηση και πώληση των εν λόγω επενδυτικών προϊόντων. Ότι η υλοποίηση του συγκεκριμένου σχεδίου έλαβε χώρα μέσω του νομίμως εγκατεστημένου στην Ελλάδα υποκαταστήματος της πρώτης εναγομένης αλλοδαπής εταιρίας, Γενικός Διευθυντής του οποίου ήταν ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος κατεύθυνε την προώθηση των εν λόγω επενδυτικών προϊόντων. Ότι οι ίδιοι ( ενάγοντες ) δεν αγόρασαν πρωτογενώς ή δευτερογενώς τα ως άνω επενδυτικά προϊόντα με δική τους βούληση και πρωτοβουλία, αλλά η πρώτη εναγομένη αλλοδαπή τραπεζική εταιρία, δια των αρμοδίων υπαλλήλων και στελεχών της κατηύθυνε αυτούς, παρέχουσα επενδυτικές συμβουλές, α ) χωρίς να λάβει τα απαραίτητα μέτρα διαχειρίσεως της συγκρούσεως συμφερόντων, η οποία δημιουργήθηκε από τη διάθεση και πώληση των εν λόγω επενδυτικών προϊόντων από την ίδια ως εκδότρια αυτών, β ) χωρίς να τηρήσει τις υποχρεώσεις επιμελείας και διαφωτίσεως, οι οποίες απορρέουν από την παροχή επενδυτικών συμβουλών εκ μέρους της και γ ) χωρίς να τηρήσει την υποχρέωση αντλήσεως πληροφοριών αναφορικώς με την πείρα και τις γνώσεις αυτών ( εναγόντων ) στον επενδυτικό τομέα και την οικονομική κατάσταση και τους στόχους τους ( έλεγχος καταλληλότητας/συμβατότητας ), αντιθέτως δε, δημιούργησε σε αυτούς μέσω των αρμοδίων οργάνων και υπαλλήλων της παραπλανητικές και ψευδείς παραστάσεις αναφορικώς με τις αληθείς ιδιότητες των ως άνω επενδυτικών προϊόντων, διαβεβαιώνοντάς τους ότι αυτά ήταν απολύτως προσαρμοσμένα στις ανάγκες και τους στόχους τους και εν τέλει κατέπεισε αυτούς να προβούν σε αγορά τους, αναφερομένη στην ασφάλεια της προθεσμιακής καταθέσεως, στην διάρκεια, στην εγγύηση του κεφαλαίου, στην εγγυημένη απόδοση τόκων με προνομιακό επιτόκιο και στη φερεγγυότητα και αξιοπιστία της ίδιας ως πιστωτικού ιδρύματος. Ότι για όλα τα προαναφερόμενα επενδυτικά προϊόντα είχαν εκδοθεί από την πρώτη εναγομένη αλλοδαπή τραπεζική εταιρία αντίστοιχα ενημερωτικά δελτία, τα οποία όμως η τελευταία ουδέποτε τους χορήγησε, ούτε γνωστοποίησε την ύπαρξή τους, ούτε υπέγραψαν ή έλαβαν υπόψη τους τα εν λόγω ενημερωτικά δελτία πριν από την αγορά των προκειμένων επενδυτικών προϊόντων. Ότι, εάν είχαν ενημερωθεί επαρκώς και γνώριζαν την αληθή φύση των συγκεκριμένων επενδυτικών προϊόντων, δεν θα είχαν προβεί στην προτεινομένη από τους αρμοδίους υπαλλήλους της πρώτης εναγομένης αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας επένδυση. Ότι, ειδικότερα, έκαστος των εναγόντων διατηρούσε συναλλακτική σχέση με την πρώτη εναγομένη αλλοδαπή τραπεζική εταιρία ( διατηρώντας, κυρίως, απλούς λογαριασμούς ταμιευτηρίου ή προθεσμιακές καταθέσεις ), έχοντας αναπτύξει σχέση εμπιστοσύνης με τους αρμοδίους υπαλλήλους των υποκαταστημάτων της τελευταίας, οι οποίοι, εκμεταλλευόμενοι τη σχέση αυτή, τους προσέγγισαν, είτε απ’ ευθείας στο πλαίσιο της διεξαγωγής τραπεζικών εργασιών, είτε τηλεφωνικώς και τους πρότειναν αρχικώς την προαναφερόμενη επένδυση σε Μ.Χ., σε Μ.Α.Κ. και σε Μ.Α.Ε.Κ., αντίστοιχα, υπερτονίζοντας τα πλεονεκτήματα των εν λόγω επενδυτικών προϊόντων σε επίπεδο αποδόσεως του κεφαλαίου τους και διαβεβαιώνοντάς τους ότι η τοποθέτηση των χρημάτων τους είναι απολύτως εγγυημένη και μηδενικού « ρίσκου », όπως ακριβώς στην προθεσμιακή κατάθεση. Ότι οι ενάγοντες, οι οποίοι επέχουν θέση καταναλωτή ως τελικοί αποδέκτες των υπηρεσιών της εναγομένης, μη σχετιζομένων ( των εν λόγω υπηρεσιών ) προς το αντικείμενο της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, πειθόμενοι στις διαβεβαιώσεις των αρμοδίων υπαλλήλων της, επένδυσαν το κεφάλαιό τους στα ως άνω επενδυτικά προϊόντα, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο δι΄ έκαστον των εναγόντων. Ότι αρχικώς εισέπρατταν κανονικώς τους συμφωνηθέντες τόκους, πλην όμως μετά το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2012 η πρώτη εναγομένη αλλοδαπή τραπεζική εταιρία ήλθε σε επαφή μαζί τους ( ειδικότερα, με τους τέταρτη, πέμπτο και έκτη, έβδομο, όγδοο, ένατο, δέκατο τρίτο, δέκατο πέμπτο, εικοστό, εικοστή πρώτη, εικοστό τρίτο, εικοστό τέταρτο και εικοστή πέμπτη αυτών ), με δική της πρωτοβουλία και επικαλουμένη την πρόκληση σε αυτήν σημαντικής ζημίας από τη μείωση της αξίας ( « κούρεμα » ) των τηρουμένων στο χαρτοφυλάκιό της Ο.Ε.Δ., κάλεσε αυτούς να προβούν σε εθελοντική ανταλλαγή των προϊόντων τους με μετοχές της, όπως και έγινε ( πλην της εικοστής πρώτης που αρνήθηκε τη μετατροπή ), αγνοώντας ότι η αντισυμβαλλομένη τους είχε ήδη αποκτήσει δικαίωμα μονομερούς μετατροπής των προϊόντων τους ( πλέον Μ.Α.Ε.Κ. ) σε μετοχές. Ότι κατά το θέρος του έτους 2012 η πρώτη εναγομένη αλλοδαπή τραπεζική εταιρία προέβη μονομερώς σε ακύρωση της καταβολής τόκων, ασκώντας, όπως το πρώτον πληροφορήθηκαν, συμβατικό της δικαίωμα. Ότι, εν τέλει, η πρώτη εναγομένη δυνάμει Διαταγμάτων εκδοθέντων από την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου, υπήχθη σε καθεστώς εξυγίανσης και διασώσεως με ίδια μέσα, με αποτέλεσμα το επενδεδυμένο σε Μ.Α.Ε.Κ. κεφάλαιό τους να μετατραπεί υποχρεωτικώς σε μετοχές της πρώτης εναγομένης αλλοδαπής ανωνύμου εταιρίας, ονομαστικής αξίας εκάστης μετοχής ενός ( 1 ) ευρώ, κατά τα αναλυτικώς στο αγωγικό δικόγραφο εκτιθέμενα, με συνέπεια να υποστούν σημαντική ζημία έκαστος, λόγω απώλειας του επενδεδυμένου κεφαλαίου τους, καθ’ όσον οι ευρισκόμενες εις χείρας τους μετοχές είχαν μηδενική αξία. Βάσει του ιστορικού αυτού οι ενάγοντες ζήτησαν : Α. Να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον έκαστος, να καταβάλουν : 1 ) στον πρώτο, δεύτερη και τρίτο των εναγόντων, ως κάτοχοι κοινής επενδυτικής μερίδας και συνδικαιούχοι του επίμαχου τελικού προϊόντος ( Μ.Α.Ε.Κ. ), εις ολόκληρον το ποσόν των 163.122,58 ευρώ ως αποζημίωση, επιπλέον δε, το ποσόν των 3.500 ευρώ σε κάθε ένα από αυτούς, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ένεκα της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων, όπως περιγράφεται ανωτέρω, 2 ) στην τέταρτη των εναγόντων, το ποσόν του 1.537.718,10 ευρώ ως αποζημίωση, επιπλέον δε, το ποσόν των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, για τις προαναφερόμενες αιτίες, 3 ) στους πέμπτο και έκτη των εναγόντων, ως κάτοχοι κοινής επενδυτικής μερίδας και συνδικαιούχοι του επίμαχου τελικού προϊόντος ( Μ.Α.Ε.Κ. ), εις ολόκληρον στον καθένα το συνολικό ποσό των 275.000 ευρώ και το ποσό των 5.000 ευρώ, στον καθένα, 4 ) στον έβδομο των εναγόντων, το ποσό των 30.000 ευρώ για την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας και το ποσό των 3.000 ευρώ, για την ανόρθωση της ηθικής του βλάβης, 5 ) στον όγδοο των εναγόντων, το ποσό των 118.592,66 ευρώ, για την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας και το ποσό των 10.000 ευρώ, για την ανόρθωση της ηθικής του βλάβης, 6 ) στον ένατο των εναγόντων, το ποσό των 341.413,58 ευρώ, για την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας και το ποσό των 10.000 ευρώ για την ανόρθωση της ηθικής του βλάβης, 7 ) στον δέκατο των εναγόντων, το συνολικό ποσό των 45.517,46 ευρώ, για την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας και το ποσό των 4.500 ευρώ, για την ανόρθωση της ηθικής του βλάβης, 8 ) στον ενδέκατο των εναγόντων το ποσό των 19.564,39 ευρώ για την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας και το ποσό των 3.000 ευρώ, για την ανόρθωση της ηθικής του βλάβης, 9 ) στον δωδέκατο των εναγόντων, το ποσό των 32.440,58 ευρώ, για την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας και το ποσό των 3.500 ευρώ για την ανόρθωση της ηθικής βλάβης του, 10 ) στον δέκατο τρίτο των εναγόντων, το ποσό των 23.461,05 ευρώ, καθώς και το ποσό των 3.000 ευρώ για την ανόρθωση της ηθικής βλάβης του, 11 ) στον δέκατο τέταρτο των εναγόντων, το ποσό των 23.300 ευρώ, για την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας και το ποσό των 3.000 ευρώ, για την ανόρθωση της ηθικής βλάβης του, 12 ) στον δέκατο πέμπτο των εναγόντων, το ποσό των 28.420,86 ευρώ, για την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας και το ποσό των 3.000 ευρώ, για την ανόρθωση της ηθικής βλάβης του, 13 ) στους δέκατο έκτο, δέκατη έβδομη, δέκατη όγδοη και δέκατη ένατη των εναγόντων, ως κάτοχοι κοινής επενδυτικής μερίδας και συνδικαιούχοι του επίμαχου τελικού προϊόντος ( Μ.Α.Ε.Κ. ), εις ολόκληρον στον καθένα, το ποσό των 590.894,54 ευρώ για την αποκατάσταση της περιουσιακής τους ζημίας και σε έκαστο εξ αυτών το ποσό των 2.500 ευρώ, για την ανόρθωση της ηθικής βλάβης τους, 14 ) στον εικοστό των εναγόντων, το ποσό των 97.918,65 ευρώ, για την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας και το ποσό των 10.000 ευρώ, για την ανόρθωση της ηθικής του βλάβης, 15 ) στην εικοστή πρώτη των εναγόντων, το ποσό των 26.749,11 ευρώ, για την αποκατάσταση της περιουσιακής της ζημίας και το ποσό των 3.000 ευρώ, για την ανόρθωση της ηθικής της βλάβης, 16 ) στον εικοστό δεύτερο των εναγόντων, το ποσό των 10.353,39 ευρώ, για την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας και το ποσό των 3.000 ευρώ, για την ανόρθωση της ηθικής του βλάβης, 17 ) στον εικοστό τρίτο των εναγόντων, το ποσό των 100.000 ευρώ, για την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας και το ποσό των 10.000 ευρώ, για την ανόρθωση της ηθικής του βλάβης, 18 ) στους εικοστό τέταρτο και εικοστή πέμπτη των εναγόντων, ως συνδικαιούχοι του επίμαχου προϊόντος ( Μ.Α.Ε.Κ. ), εις ολόκληρον το ποσό των 423.054,98 ευρώ, για την αποκατάσταση της περιουσιακής τους ζημίας και σε έκαστο εξ αυτών το ποσό των 5.000 ευρώ, για την ανόρθωση της ηθικής τους βλάβης, όλα δε τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως, Β. να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και Γ. να καταδικασθούν οι εναγόμενοι σε καταβολή της εν γένει δικαστικής τους δαπάνης.

 Επί της αγωγής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η εκκαλουμένη υπ` αριθ. 3603/2019 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ( Τακτική Διαδικασία ), με την οποία το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού απέρριψε την αγωγή ως προς τον δεύτερο των εναγομένων, ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτός είχε οιαδήποτε συμμετοχή στην διαδικασία έκδοσης και προώθησης των επίμαχων επενδυτικών προϊόντων, δέχθηκε κατά τα λοιπά αυτήν ( αγωγή ) ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος, ως προς την πρώτη εναγομένη αλλοδαπή τραπεζική εταιρία και υποχρέωσε την τελευταία να καταβάλει ως αποζημίωση, σε καθένα από τους ενάγοντες, το αιτούμενο από αυτούς χρηματικό ποσό, καθώς και τα αναφερόμενα στο διατακτικό της ποσά χρηματικής ικανοποίησης, τα δε ποσά αυτά εντόκως νομίμως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως. Περαιτέρω, έκρινε ότι δεν συντρέχουν οι όροι για την κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής και συμψήφισε στο σύνολό της την δικαστική δαπάνη. Ήδη με την κρινόμενη έφεση η πρώτη εναγομένη και ήδη εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία παραπονείται κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητεί δε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, προκειμένου να απορριφθεί καθ’ ολοκληρίαν η κατ’ αυτής αγωγή και να καταδικασθούν οι εφεσίβλητοι στην καταβολή της εν γένει δικαστικής της δαπάνης αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.

 Ο Ν. 3606/2007 « Αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και άλλες διατάξεις » ( καταργηθείς πλέον με τον ομότιτλο Ν. 4514/2018 « Αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και άλλες διατάξεις » ), ο οποίος είχε εισαγάγει και ενσωματώσει στο εσωτερικό δίκαιο την Οδηγία 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου « Για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, για την τροποποίηση των οδηγιών 85/611/ΕΟΚ και 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την κατάργηση της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου » της 21.4.2004 ( L 145/30.4.2004 ), γνωστή και ως « MiFID » και εξακολουθεί να εφαρμόζεται επί πράξεων ή παραλείψεων τελεσθεισών μέχρι τη θέση σε ισχύ του Ν. 4514/2018 ( άρθρο 98 παρ. 1 αυτού ), προβλέπει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα : 1 ) « 1. Οι διατάξεις του Πρώτου Μέρους του νόμου αυτού εφαρμόζονται στις ΑΕΠΕΥ, στις οργανωμένες αγορές και τους διαχειριστές αγοράς, καθώς και στις Ανώνυμες Εταιρίες Επενδυτικής Διαμεσολάβησης ( ΑΕΕΔ ), εφόσον παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες σύμφωνα με την άδεια λειτουργίας τους. 2. Στα πιστωτικά ιδρύματα, εφόσον παρέχουν μία ή περισσότερες επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες, εφαρμόζονται οι ακόλουθες διατάξεις : ( α ) το άρθρο 2, ( β ) η παράγραφος 5 του άρθρου αυτού, καθώς και τα άρθρα 6, 7, 12 έως 15 και 19, ( γ ) τα άρθρα 25 έως 30, ( δ ) οι παράγραφοι 1, 6 και 7 του άρθρου 31, οι παράγραφοι 1, 2, 4 και 5 του άρθρου 32, τα άρθρα 34 και 49 έως 58, ( ε ) τα άρθρα 59 έως 62, 66 και 69 και ( στ ) το άρθρο 71 » ( άρθρο 3 παρ. 1 και 2 ), 2 ) « 1. Ως επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες νοούνται οι εξής : ( α ) Η λήψη και διαβίβαση εντολών, η οποία συνίσταται στη λήψη και διαβίβαση εντολών για λογαριασμό πελατών, για κατάρτιση συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα. ( β ) Η εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών, η οποία συνίσταται στην κατάρτιση συμβάσεων αγοράς ή πώλησης ενός ή περισσότερων χρηματοπιστωτικών μέσων για λογαριασμό πελατών. ( γ ) Η διαπραγμάτευση για ίδιο λογαριασμό, η οποία συνίσταται στη διαπραγμάτευση από ΕΠΕΥ με κεφάλαιά της ενός ή περισσότερων χρηματοπιστωτικών μέσων προς κατάρτιση συναλλαγών επ’ αυτών. ( δ ) Η διαχείριση χαρτοφυλακίων, η οποία συνίσταται στη διαχείριση, κατά τη διακριτική ευχέρεια της ΕΠΕΥ, χαρτοφυλακίων πελατών, στο πλαίσιο εντολής τους, που περιλαμβάνουν ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα. ( ε ) Η παροχή επενδυτικών συμβουλών, η οποία συνίσταται στην παροχή προσωπικών συμβουλών σε πελάτη, είτε κατόπιν αιτήσεώς του είτε με πρωτοβουλία της ΕΠΕΥ, σχετικά με μία ή περισσότερες συναλλαγές που αφορούν χρηματοπιστωτικά μέσα. ( στ) Η αναδοχή χρηματοπιστωτικών μέσων ή η τοποθέτηση χρηματοπιστωτικών μέσων με δέσμευση ανάληψης. ( ζ ) Η τοποθέτηση χρηματοπιστωτικών μέσων χωρίς δέσμευση ανάληψης. ( η ) Η λειτουργία πολυμερούς μηχανισμού διαπραγμάτευσης (ΠΜΔ). 2. Ως παρεπόμενες υπηρεσίες νοούνται οι εξής : ( α ) Η φύλαξη και διοικητική διαχείριση χρηματοπιστωτικών μέσων για λογαριασμό πελατών, περιλαμβανομένης της παροχής υπηρεσιών θεματοφύλακα και παροχής συναφών υπηρεσιών όπως η διαχείριση χρηματικών διαθεσίμων ή παρεχόμενων ασφαλειών, ( β ) Η παροχή πιστώσεων ή δανείων σε επενδυτή προς διενέργεια συναλλαγής σε ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα, στην οποία μεσολαβεί η ΕΠΕΥ, η οποία παρέχει την πίστωση ή το δάνειο. ( γ ) Η παροχή συμβουλών σε επιχειρήσεις σχετικά με τη διάρθρωση του κεφαλαίου τους, την κλαδική στρατηγική και συναφή θέματα, καθώς και παροχή συμβουλών και υπηρεσιών σχετικά με συγχωνεύσεις και εξαγορές επιχειρήσεων. ( δ ) Η παροχή υπηρεσιών ξένου συναλλάγματος εφόσον συνδέονται με την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών. ( ε ) Η έρευνα στον τομέα των επενδύσεων και χρηματοοικονομική ανάλυση ή άλλες μορφές γενικών συστάσεων που σχετίζονται με συναλλαγές σε χρηματοπιστωτικά μέσα. ( στ ) Η παροχή υπηρεσιών σχετιζόμενων με την αναδοχή. ( ζ ) Η παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών σχετικά με τα υποκείμενα μέσα των παραγώγων που περιλαμβάνονται στις περιπτώσεις ε` έως ζ` και Γ του άρθρου 5, εφόσον σχετίζονται με την παροχή επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών » ( άρθρο 4 παρ. 1 και 2 ) και 3 )« 1. Οι ΑΕΠΕΥ οφείλουν να ενεργούν κατά την παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών σε πελάτες με αμεροληψία, εντιμότητα και επαγγελματισμό, ώστε να εξυπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των πελατών τους και ειδικότερα να συμμορφώνονται με τις αρχές που αναφέρονται στις παραγράφους 2 έως 8 του άρθρου αυτού. 2. Οι πληροφορίες που παρέχουν οι ΑΕΠΕΥ σε πελάτες ή σε δυνητικούς πελάτες, συμπεριλαμβανομένων των διαφημιστικών ανακοινώσεων, πρέπει να είναι ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές. Οι διαφημιστικές ανακοινώσεις πρέπει να μπορούν να αναγνωρίζονται σαφώς ως τέτοιες. 3. Οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν στους πελάτες ή στους δυνητικούς πελάτες κατάλληλη πληροφόρηση σε κατανοητή μορφή, ώστε αυτοί να είναι ευλόγως σε θέση να κατανοούν τη φύση και τους κινδύνους της προσφερόμενης επενδυτικής ή παρεπόμενης υπηρεσίας και της συγκεκριμένης κατηγορίας του προτεινόμενου χρηματοπιστωτικού μέσου και ως εκ τούτου να λαμβάνουν επενδυτικές αποφάσεις επί τη βάσει αντικειμενικής πληροφόρησης. Οι πληροφορίες αυτές μπορεί να παρέχονται σε τυποποιημένη μορφή. Η πληροφόρηση περιλαμβάνει στοιχεία σχετικά με : ( α ) την ΑΕΠΕΥ και τις υπηρεσίες της, ( β ) τα χρηματοπιστωτικά μέσα και τις προτεινόμενες επενδυτικές στρατηγικές, καθώς και κατάλληλη καθοδήγηση και προειδοποιήσεις σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με τις επενδύσεις στα εν λόγω χρηματοπιστωτικά μέσα ή με την υιοθέτηση των εν λόγω επενδυτικών στρατηγικών, ( γ ) τους τόπους εκτέλεσης και ( δ ) το κόστος και τις σχετικές παρεπόμενες επιβαρύνσεις. 4. Όταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν επενδυτικές συμβουλές ή προβαίνουν σε διαχείριση χαρτοφυλακίου, οφείλουν να αντλούν τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την εμπειρία του πελάτη ή του δυνητικού πελάτη στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη κατηγορία χρηματοπιστωτικού μέσου ή υπηρεσίας, καθώς και σχετικά με τη χρηματοοικονομική κατάσταση και τους επενδυτικούς στόχους του, ώστε να μπορούν να τους συστήσουν τις επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοπιστωτικά μέσα που είναι κατάλληλα για την περίπτωσή τους ( έλεγχος καταλληλότητας ). 5. Όταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν άλλες επενδυτικές υπηρεσίες εκτός από αυτές που αναφέρονται στην παράγραφο 4, ζητούν από τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη να παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την εμπειρία του στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη κατηγορία του προσφερόμενου ή ζητούμενου χρηματοπιστωτικού μέσου ή υπηρεσίας, ώστε να μπορούν οι ΑΕΠΕΥ να εκτιμήσουν κατά πόσον η σχεδιαζόμενη επενδυτική υπηρεσία ή το χρηματοπιστωτικό μέσο είναι κατάλληλο για τον πελάτη ( έλεγχος συμβατότητας ). Εφόσον οι ΑΕΠΕΥ κρίνουν, βάσει των πληροφοριών που έχουν λάβει σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, ότι το χρηματοπιστωτικό μέσο ή η υπηρεσία δεν είναι κατάλληλα για τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη, οφείλουν να τον προειδοποιήσουν σχετικά. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή. Εάν ο πελάτης ή ο δυνητικός πελάτης δεν παράσχει τις κατά το πρώτο εδάφιο πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την εμπειρία του ή αν παράσχει ανεπαρκείς σχετικές πληροφορίες, οι ΑΕΠΕΥ οφείλουν να τον προειδοποιήσουν ότι η απόφαση του αυτή δεν τους επιτρέπει να κρίνουν κατά πόσον η προσφερόμενη ή ζητούμενη επενδυτική υπηρεσία ή το προσφερόμενο ή ζητούμενο χρηματοπιστωτικό μέσο είναι κατάλληλα για αυτόν. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή. 6. Οι ΑΕΠΕΥ που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες οι οποίες συνίστανται αποκλειστικά στην εκτέλεση εντολών πελατών ή τη λήψη και διαβίβαση εντολών με ή χωρίς παρεπόμενες υπηρεσίες μπορούν να παρέχουν τις εν λόγω επενδυτικές υπηρεσίες στους πελάτες τους χωρίς να έχουν λάβει τις πληροφορίες και χωρίς να έχουν καταλήξει στην κρίση που προβλέπεται στην παράγραφο 5, εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι παρακάτω προϋποθέσεις : ( α ) Οι εν λόγω υπηρεσίες αφορούν μετοχές, εισηγμένες για διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά ή σε ισοδύναμη αγορά τρίτης χώρας, μέσα χρηματαγοράς, ομολογίες ή άλλες μορφές τιτλοποιημένου χρέους ( με την εξαίρεση των ομολογιών ή άλλων μορφών τιτλοποιημένου χρέους που ενσωματώνουν παράγωγα ), μερίδια ΟΣΕΚΑ και άλλα μη σύνθετα χρηματοπιστωτικά μέσα. Αγορά τρίτης χώρας θεωρείται ισοδύναμη με οργανωμένη αγορά, εάν πληροί ισοδύναμες απαιτήσεις με τις οριζόμενες στο Κεφάλαιο ΣΤ` του Πρώτου Μέρους του νόμου αυτού. ( β ) Η υπηρεσία παρέχεται κατόπιν πρωτοβουλίας του πελάτη ή δυνητικού πελάτη. ( γ ) Ο πελάτης ή δυνητικός πελάτης έχει ενημερωθεί σαφώς ότι, κατά την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας, η ΑΕΠΕΥ δεν υποχρεούται να αξιολογήσει τη συμβατότητα του χρηματοπιστωτικού μέσου που προσφέρεται ή της υπηρεσίας που παρέχεται και ότι δεν καλύπτεται από την αντίστοιχη προστασία των σχετικών κανόνων επαγγελματικής συμπεριφοράς. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή. ( δ ) Η ΑΕΠΕΥ συμμορφώνεται με τις κατά το άρθρο 13 υποχρεώσεις της. 7. Οι ΑΕΠΕΥ τηρούν αρχείο με τα έγγραφα και τις συμβάσεις που καταρτίζονται μεταξύ του πελάτη και της ΑΕΠΕΥ, τα οποία αναφέρουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, καθώς και τους όρους υπό τους οποίους η ΑΕΠΕΥ παρέχει υπηρεσίες στον πελάτη. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών μπορούν να ορίζονται με αναφορά σε άλλα έγγραφα ή νομικά κείμενα. 8. Οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν σε κάθε πελάτη εγγράφως επαρκή ενημέρωση σχετικά με τις παρεχόμενες υπηρεσίες. Στην ενημέρωση αυτή περιλαμβάνεται, όπου συντρέχει περίπτωση, το κόστος των συναλλαγών που εκτελούνται για λογαριασμό του και των υπηρεσιών που του παρέχονται. 9. Όταν η επενδυτική υπηρεσία προσφέρεται ως μέρος χρηματοπιστωτικού προϊόντος που ήδη υπόκειται σε άλλες διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας ή σε κοινά ευρωπαϊκά πρότυπα σχετικά με τα πιστωτικά ιδρύματα και την καταναλωτική πίστη όσον αφορά την αξιολόγηση του κινδύνου των πελατών και τις απαιτήσεις περί πληροφοριών, η παροχή της εν λόγω υπηρεσίας δεν υπόκειται επιπροσθέτως στις επιβαλλόμενες με το άρθρο αυτό υποχρεώσεις. 10. Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς μπορεί να εξειδικεύονται οι υποχρεώσεις των ΕΠΕΥ που καθορίζονται στις παραγράφους 2 έως 8, σύμφωνα με τα εκτελεστικά μέτρα της παραγράφου 10 του άρθρου 19 της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ. 11. Οι ΑΕΠΕΥ, οι ΑΕΔΟΕΕ και τα πιστωτικά ιδρύματα που διαχειρίζονται ηλεκτρονικά συστήματα μέσω των οποίων προσφέρονται κινητές αξίες, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 3401/2005, πρέπει να παρέχουν στους πελάτες ή τους δυνητικούς πελάτες πληροφόρηση για τις προσφορές αυτές, που περιλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής : ί. πληροφορίες για τη νομική κατάσταση του εκδότη, ίί. επισκόπηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εκδότη, ίίί. πληροφορίες για πιθανά επενδυτικά σχέδια του εκδότη, ίν. πληροφορίες για τους μετόχους / εταίρους με ποσοστό πάνω από πέντε τοις εκατό (5%) και για το κεφάλαιο. Περιγραφή κάθε γνωστής στον εκδότη συμφωνίας, της οποίας η εφαρμογή θα μπορούσε, σε μεταγενέστερη ημερομηνία, να επιφέρει αλλαγές όσον αφορά στον έλεγχο του εκδότη, ν. πληροφορίες για τη διοίκηση του εκδότη, νί. πληροφορίες για τυχόν συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ διοίκησης, μετόχων του εκδότη και ΑΕΠΕΥ που παρέχει την παρεπόμενη υπηρεσία της περίπτωσης α` της παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 3606/2007, ΑΕΔΟΕΕ του άρθρου 6 παρ. 4 του ν. 4209/2013 ή πιστωτικού ιδρύματος που διαμεσολαβεί, νίί. πληροφορίες για τον τόπο δημοσίευσης των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων του εκδότη ( π.χ. ιστοσελίδα του εκδότη, ΓΕΜΗ, κ.τ.λ.), νίίί. πληροφορίες σχετικά με τις κινητές αξίες που προσφέρονται και τους όρους της προσφοράς ( π.χ. τρόπος κατανομής των κινητών αξιών σε περίπτωση υπερκάλυψης της προσφοράς, παράδοση κινητών αξίων κ.α. ), ϊχ. περιγραφή των δικαιωμάτων ( ψήφου, πληροφόρησης ) που αποκτά ο επενδυτής, χ. διακριτή παράθεση των παραγόντων κινδύνου που συνδέονται με τον εκδότη, τον τομέα δραστηριότητάς του και τις κινητές αξίες που προσφέρονται, χϊ. προειδοποίηση ότι η επένδυση δεν είναι άμεσα ρευστοποιήσιμη και υπάρχει ενδεχόμενο ολικής απώλειας κεφαλαίου, χίί. παράθεση των προσώπων που είναι υπεύθυνα για τις παραπάνω πληροφορίες, χίίί. προειδοποίηση ότι οι παραπάνω πληροφορίες δεν εγκρίνονται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

 Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς μπορεί να εξειδικεύονται οι υποχρεώσεις πληροφόρησης που προβλέπονται παραπάνω για τις ΑΕΠΕΥ και τις ΑΕΔΟΕΕ της παρούσης παραγράφου και τα πιστωτικά ιδρύματα, να καθορίζονται τα τεχνικά μέσα εφαρμογής τους, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια » (άρθρο 25). Κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 10 του άρθρου 25 Ν, .3606/2007 εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 1/452/1.11.2007 Απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ( Φ.Ε.Κ. Β` 2136/1.11.2007 ) « Κανόνες Συμπεριφοράς Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών ( Ε.Π.Ε.Υ. ) », η οποία ορίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής : 1 ) « Για τους σκοπούς της απόφασης αυτής, νοούνται ως : ... 9. “ Επενδυτική συμβουλή ” : μια προσωπική σύσταση προς ένα πρόσωπο υπό την ιδιότητά του ως υφιστάμενου ή δυνητικού επενδυτή, ή υπό την ιδιότητα του ως αντιπροσώπου υφιστάμενου ή δυνητικού επενδυτή, η οποία : ( α ) παρουσιάζεται ως κατάλληλη για το πρόσωπο αυτό ή λαμβάνει υπόψη της την κατάσταση του προσώπου αυτού και ( β ) αποτελεί σύσταση για την : ( βα ) αγορά, πώληση, εγγραφή, ανταλλαγή, εξαγορά, διακράτηση ή αναδοχή ορισμένου χρηματοπιστωτικού μέσου, ( ββ ) άσκηση ή μη άσκηση οποιουδήποτε δικαιώματος που παρέχει ορισμένο χρηματοπιστωτικό μέσο για την αγορά, πώληση, εγγραφή, ανταλλαγή, ή εξαγορά χρηματοπιστωτικού μέσου. Μια σύσταση δεν είναι προσωπική σύσταση εάν διαδίδεται αποκλειστικά μέσω διαύλων επικοινωνίας ή απευθύνεται στο κοινό. 10. “ Δίαυλος επικοινωνίας ”: το μέσο ή ο τρόπος, μέσω του οποίου δημοσιοποιείται ή είναι πιθανό ότι θα δημοσιοποιηθεί μία πληροφορία, στην οποία έχει πρόσβαση μεγάλος αριθμός προσώπων, όπως ενδεικτικά, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, το διαδίκτυο και η μαζική ταχυδρομική αποστολή ( έγχαρτη ή ηλεκτρονική )» (άρθρο 2 παρ. 9 και 10 ), 2 ) « 1. Η ΕΠΕΥ διασφαλίζει ότι όλες οι πληροφορίες, περιλαμβανομένων των διαφημιστικών ανακοινώσεων, τις οποίες απευθύνει σε ιδιώτες πελάτες ή τις οποίες διαδίδει με τρόπο που καθιστά πιθανή τη λήψη τους από ιδιώτες πελάτες, πληρούν τις προϋποθέσεις, προκειμένου να είναι ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές. 2. Η πληροφόρηση περιλαμβάνει απαραιτήτως την επωνυμία της ΕΠΕΥ. 3. Η πληροφόρηση πρέπει να είναι ακριβής και ειδικότερα να μη δίνει έμφαση σε ενδεχόμενα δυνητικά οφέλη από μια επενδυτική υπηρεσία ή από ένα χρηματοπιστωτικό μέσο, χωρίς να επισημαίνει, παράλληλα, με σαφήνεια κάθε σχετικό κίνδυνο. Η πληροφόρηση πρέπει να είναι επαρκής και να παρουσιάζεται με τρόπο ώστε να είναι πιθανή η κατανόηση της από το μέσο μέλος της ομάδας των προσώπων στην οποία απευθύνεται και από κάθε άλλο πιθανό αποδέκτη της. Η πληροφόρηση δεν πρέπει να αποκρύπτει, να υποβαθμίζει ή να συγκαλύπτει σημαντικά στοιχεία, δηλώσεις ή προειδοποιήσεις. 4. Όταν η πληροφόρηση συγκρίνει επενδυτικές ή παρεπόμενες υπηρεσίες, χρηματοπιστωτικά μέσα ή πρόσωπα που παρέχουν επενδυτικές ή παρεπόμενες υπηρεσίες, πρέπει : ( α ) η σύγκριση να είναι εύλογη και να παρουσιάζεται με ακριβοδίκαιο τρόπο, ( β ) να προσδιορίζονται οι πηγές της πληροφόρησης που χρησιμοποιούνται για τη σύγκριση και ( γ ) να αναφέρονται τα βασικά στοιχεία και οι παραδοχές που χρησιμοποιήθηκαν για τη σύγκριση. 5. Όταν η πληροφόρηση περιλαμβάνει ένδειξη προηγούμενων επιδόσεων ενός χρηματοπιστωτικού μέσου, ενός χρηματοοικονομικού δείκτη ή μιας επενδυτικής υπηρεσίας : ( α ) Η ένδειξη προηγούμενων επιδόσεων δεν πρέπει να αποτελεί το προεξέχον στοιχείο της σχετικής ανακοίνωσης. ( β ) Η πληροφόρηση πρέπει να περιλαμβάνει τις κατάλληλες πληροφορίες για τις επιδόσεις της αμέσως προηγούμενης πενταετίας ή, εάν το διάστημα κατά το οποίο είτε ήταν διαθέσιμο το χρηματοπιστωτικό μέσο, είτε καταρτίστηκε ο δείκτης, είτε παρασχέθηκε η επενδυτική υπηρεσία, είναι μικρότερο των πέντε ετών, για όλο το χρονικό αυτό διάστημα. Η ΕΠΕΥ, πάντως μπορεί να παρέχει πληροφόρηση για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από την πενταετία. Σε κάθε περίπτωση η πληροφόρηση αφορά πλήρεις δωδεκάμηνες περιόδους. ( γ ) Η περίοδος αναφοράς και η πηγή των πληροφοριών πρέπει να αναφέρονται με σαφήνεια. ( δ ) Η πληροφόρηση πρέπει να περιλαμβάνει εμφανή προειδοποίηση ότι τα αριθμητικά στοιχεία αναφέρονται στο παρελθόν και ότι οι προηγούμενες επιδόσεις δεν αποτελούν ασφαλή ένδειξη μελλοντικών επιδόσεων. ( ε ) Όταν η ένδειξη προηγουμένων επιδόσεων βασίζεται σε αριθμητικά στοιχεία εκπεφρασμένα σε νόμισμα διαφορετικό από εκείνο του κράτους μέλους, στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο ιδιώτης πελάτης, πρέπει να αναφέρεται με σαφήνεια το σχετικό νόμισμα και να περιλαμβάνεται προειδοποίηση ότι η απόδοση ενδέχεται να επηρεαστεί θετικά ή αρνητικά από συναλλαγματικές διακυμάνσεις. ( στ ) Όταν η ένδειξη προηγουμένων επιδόσεων βασίζεται σε μεικτή απόδοση, πρέπει να γνωστοποιούνται αναλυτικά οι επιβαρύνσεις από προμήθειες, αμοιβές ή άλλες χρεώσεις. 6. Η πληροφόρηση, που περιλαμβάνει ή αναφέρεται σε προσομοίωση προηγουμένων επιδόσεων, πρέπει να αναφέρεται σε χρηματοπιστωτικό μέσο ή χρηματοοικονομικό δείκτη και να πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις : ( α ) η προσομοίωση προηγουμένων επιδόσεων πρέπει να βασίζεται σε πραγματικές προηγούμενες επιδόσεις ενός ή περισσότερων χρηματοπιστωτικών μέσων ή χρηματοοικονομικών δεικτών, οι οποίοι είτε αφορούν το ίδιο χρηματοπιστωτικό μέσο είτε υποκείμενο μέσο του, ( β ) οι πραγματικές προηγούμενες επιδόσεις, στις οποίες βασίζεται η προσομοίωση προηγουμένων επιδόσεων, πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις των περιπτώσεων ( α ) έως ( γ ), ( ε ) και ( στ ) της παραγράφου 5 και ( γ ) η πληροφόρηση πρέπει να περιλαμβάνει εμφανή προειδοποίηση ότι τα αριθμητικά στοιχεία αφορούν προσομοίωση προηγουμένων επιδόσεων και ότι οι προηγούμενες αυτές επιδόσεις δεν αποτελούν ασφαλή ένδειξη μελλοντικών επιδόσεων. 7. Όταν η πληροφόρηση περιλαμβάνει πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με μελλοντικές επιδόσεις : ( α ) η πληροφόρηση δεν πρέπει να βασίζεται ή να αναφέρεται σε προσομοίωση προηγουμένων επιδόσεων, ( β ) η πληροφόρηση πρέπει να βασίζεται σε εύλογες παραδοχές που μπορούν να τεκμηριωθούν με αντικειμενικά δεδομένα, ( γ ) σε περίπτωση που η πληροφόρηση βασίζεται σε μεικτή απόδοση, πρέπει να γνωστοποιούνται αναλυτικά οι επιβαρύνσεις από προμήθειες, αμοιβές ή άλλες χρεώσεις και ( δ ) η πληροφόρηση πρέπει να περιλαμβάνει εμφανή προειδοποίηση ότι οι προβλέψεις σχετικά με τις μελλοντικές επιδόσεις δεν αποτελούν ασφαλή ένδειξη μελλοντικών επιδόσεων. 8. Πληροφόρηση, η οποία αναφέρεται σε ιδιαίτερη φορολογική μεταχείριση, πρέπει να επισημαίνει ότι η συγκεκριμένη φορολογική μεταχείριση εξαρτάται από τα ατομικά δεδομένα κάθε πελάτη και ενδέχεται να μεταβληθεί στο μέλλον. 9. Η πληροφόρηση δεν πρέπει να χρησιμοποιεί το όνομα αρμόδιας αρχής με τρόπο που να δείχνει ή να υποδηλώνει ότι η αρμόδια αρχή υποστηρίζει ή εγκρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες της ΕΠΕΥ » ( άρθρο 4 ), 3 ) « 1. Η ΕΠΕΥ παρέχει στους πελάτες της γενική περιγραφή της φύσης και των κινδύνων που ενέχουν τα χρηματοπιστωτικά μέσα, λαμβάνοντας υπόψη ειδικότερα την κατηγοριοποίηση του πελάτη ως ιδιώτη ή επαγγελματία. Η περιγραφή αυτή εξηγεί τη φύση του χρηματοπιστωτικού μέσου και τους συγκεκριμένους κινδύνους που αυτό ενέχει, με επαρκείς λεπτομέρειες, ώστε ο πελάτης να μπορεί να λαμβάνει εμπεριστατωμένες επενδυτικές αποφάσεις. 2. Η περιγραφή των κινδύνων περιλαμβάνει, ανάλογα με το είδος του χρηματοπιστωτικού μέσου, την κατηγορία και το επίπεδο γνώσης του πελάτη, τα ακόλουθα στοιχεία : ( α ) τους κινδύνους που σχετίζονται με το συγκεκριμένο είδος χρηματοπιστωτικού μέσου, επεξηγώντας τη μόχλευση που παρέχει και τις συνέπειες της, καθώς και τον κίνδυνο απώλειας του συνόλου της επένδυσης, ( β ) τη μεταβλητότητα της τιμής του συγκεκριμένου χρηματοπιστωτικού μέσου, καθώς και οποιουσδήποτε υφιστάμενους στην αγορά, στην οποία το μέσο αυτό αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης, περιορισμούς, ( γ ) το γεγονός ότι ο επενδυτής, εκτός από το κόστος απόκτησης των χρηματοπιστωτικών μέσων, ενδέχεται να αναλάβει, ως αποτέλεσμα συναλλαγών επί των συγκεκριμένων μέσων, οικονομικές δεσμεύσεις καθώς και άλλες πρόσθετες υποχρεώσεις, περιλαμβανομένων ενδεχόμενων υποχρεώσεων, ( δ ) το περιθώριο ασφάλισης ή παρόμοια υποχρέωση που, ενδεχομένως, απαιτείται για τη διενέργεια συναλλαγών επί των συγκεκριμένων χρηματοπιστωτικών μέσων. 3. Όταν η ΕΠΕΥ παρέχει σε ιδιώτη πελάτη πληροφορίες σχετικά με ένα χρηματοπιστωτικό μέσο που αποτελεί αντικείμενο δημόσιας προσφοράς, η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη και για την οποία έχει εκδοθεί ενημερωτικό δελτίο, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3401/2005, ενημερώνει τον πελάτη σχετικά με το πού διατίθεται στο κοινό το συγκεκριμένο ενημερωτικό δελτίο. 4. Όταν ένα χρηματοπιστωτικό μέσο αποτελείται από ένα ή περισσότερα διαφορετικά χρηματοπιστωτικά μέσα ή υπηρεσίες και είναι πιθανό οι κίνδυνοι, οι οποίοι συνδέονται με το συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό μέσο, να είναι μεγαλύτεροι από τους κινδύνους που συνδέονται με κάθε μία από τις συνιστώσες του, η ΕΠΕΥ παρέχει επαρκή περιγραφή των συνιστωσών του συγκεκριμένου χρηματοπιστωτικού μέσου, καθώς και του τρόπου με τον οποίο η αλληλεπίδρασή τους αυξάνει τους κινδύνους. 5. Όταν χρηματοπιστωτικά μέσα ενσωματώνουν εγγύηση τρίτου, η πληροφόρηση που παρέχει η ΕΠΕΥ σχετικά με την εγγύηση αυτή περιλαμβάνει επαρκείς λεπτομέρειες για τον εγγυητή και την εγγύηση, προκειμένου ο ιδιώτης πελάτης να μπορεί να προβεί σε εμπεριστατωμένη αξιολόγηση της εγγύησης » ( άρθρο 8 ), 4 ) « 1. Η ΕΠΕΥ, στο πλαίσιο παροχής επενδυτικών συμβουλών ή της διαχείρισης χαρτοφυλακίων λαμβάνει, από τους πελάτες, τις πληροφορίες οι οποίες είναι απαραίτητες προκειμένου να κατανοήσει τα βασικά δεδομένα του πελάτη και να σχηματίσει εύλογα την πεποίθηση, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και την έκταση της παρεχόμενης επενδυτικής υπηρεσίας, ότι η συγκεκριμένη συναλλαγή, που προτείνει στο πλαίσιο παροχής επενδυτικών συμβουλών, ή που καταρτίζει στο πλαίσιο της διαχείρισης χαρτοφυλακίου, πληροί τα ακόλουθα κριτήρια : ( α ) είναι σύμφωνη με τους επενδυτικούς στόχους του συγκεκριμένου πελάτη, ( β ) ο πελάτης έχει την οικονομική δυνατότητα να αναλάβει το βάρος των σχετικών επενδυτικών κινδύνων, σύμφωνα με τους επενδυτικούς του στόχους, ( γ ) ο πελάτης διαθέτει την αναγκαία πείρα και γνώση, ώστε να είναι σε θέση να κατανοεί τους κινδύνους που ενέχει η προτεινόμενη συναλλαγή ή η διαχείριση του χαρτοφυλακίου του. 2. Η πληροφόρηση, αναφορικά με τους επενδυτικούς στόχους του πελάτη περιλαμβάνει, κατά περίπτωση, στοιχεία σχετικά : ( α ) με το χρονικό διάστημα για το οποίο ο πελάτης επιθυμεί να διατηρήσει την επένδυση, ( β ) με τις προτιμήσεις του όσον αφορά την ανάληψη κινδύνου, ( γ ) με το επενδυτικό του προφίλ και ( δ ) με τους σκοπούς της επένδυσης. 3. Η πληροφόρηση, αναφορικά με την οικονομική κατάσταση πελάτη, περιλαμβάνει, κατά περίπτωση, στοιχεία σχετικά : ( α ) με την προέλευση και το ύψος των τακτικών του εισοδημάτων, ( β ) με τα περιουσιακά του στοιχεία, περιλαμβανομένων των ρευστών του διαθεσίμων, των επενδύσεων και των ακινήτων του, και ( γ ) με τις τακτικές οικονομικές του υποχρεώσεις. 4. Ο επαγγελματίας πελάτης θεωρείται ότι διαθέτει το απαιτούμενο επίπεδο πείρας και γνώσης, για τα προϊόντα, τις συναλλαγές και τις υπηρεσίες για τις οποίες έχει ενταχθεί στην κατηγορία του επαγγελματία πελάτη. Ο επαγγελματίας πελάτης της περίπτωσης ( α ) της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του ν. 3606/2007, θεωρείται ότι διαθέτει την οικονομική δυνατότητα να αναλάβει το βάρος των σχετικών επενδυτικών κινδύνων, σύμφωνα με τους επενδυτικούς του στόχους, όταν η παρεχόμενη επενδυτική υπηρεσία συνίσταται στην παροχή επενδυτικών συμβουλών. Ο επιλέξιμος αντισυμβαλλόμενος θεωρείται ότι έχει την οικονομική δυνατότητα να φέρει το βάρος κάθε σχετικού επενδυτικού κινδύνου, που είναι σύμφωνος με τους επενδυτικούς του στόχους. 5. Σε περίπτωση που η ΕΠΕΥ, δεν λάβει ως προς συγκεκριμένο πελάτη την πληροφόρηση που προβλέπεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 25 του ν. 3606/2007 και εξειδικεύεται τις παραγράφους 1 έως 3 αυτού του άρθρου, δεν προβαίνει στην παροχή επενδυτικών συμβουλών προς τον συγκεκριμένο πελάτη ή στη διαχείριση χαρτοφυλακίου του » ( άρθρο 12 ), 5 ) « 1. Η ΕΠΕΥ, στο πλαίσιο της αξιολόγησης της συμβατότητας μίας επενδυτικής υπηρεσίας για έναν πελάτη της, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 25 του ν. 3606/2007, κρίνει αν ο πελάτης αυτός διαθέτει την αναγκαία πείρα και γνώση, ώστε να είναι σε θέση να κατανοεί τους κινδύνους που ενέχει το επενδυτικό προϊόν ή η επενδυτική υπηρεσία, που του παρέχει η ΕΠΕΥ ή που αιτείται ο πελάτης. 2. Ένας επαγγελματίας πελάτης θεωρείται ότι διαθέτει την αναγκαία πείρα και γνώση, ώστε να είναι σε θέση να κατανοεί τους κινδύνους που ενέχουν οι συγκεκριμένες επενδυτικές υπηρεσίες ή συναλλαγές, ή τα είδη των συναλλαγών ή προϊόντων, για τα οποία ο πελάτης αυτός έχει ενταχθεί στην κατηγορία του επαγγελματία πελάτη » ( άρθρο 13 ) και 6 ) « 1. Η πληροφόρηση, αναφορικά με τη γνώση και την πείρα που διαθέτει πελάτης στον τομέα των επενδύσεων, περιλαμβάνει τα παρακάτω στοιχεία, στο μέτρο που είναι κατάλληλα για τον πελάτη αυτό, το είδος και την έκταση της υπηρεσίας που θα παρασχεθεί, καθώς και το είδος του προϊόντος ή της συναλλαγής που προβλέπεται να πραγματοποιηθεί, συμπεριλαμβανομένης της πολυπλοκότητας τους και των κινδύνων που ενέχουν : ( α ) τα είδη των επενδυτικών υπηρεσιών, των συναλλαγών και χρηματοπιστωτικών μέσων με τα οποία είναι εξοικειωμένος ο πελάτης, ( β ) τη φύση, τον όγκο και τη συχνότητα των συναλλαγών του πελάτη σε χρηματοπιστωτικά μέσα και τη χρονική περίοδο κατά την οποία πραγματοποιήθηκαν, ( γ ) το μορφωτικό επίπεδο και το επάγγελμα ή συναφές προηγούμενο επάγγελμα του πελάτη. 2. Η ΕΠΕΥ δεν ενθαρρύνει τους πελάτες να μην παράσχουν την απαιτούμενη πληροφόρηση της αξιολόγησης της καταλληλότητας και της συμβατότητας, σύμφωνα με τις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου 25 του ν. 3606/2007. όπως εξειδικεύονται στα άρθρα 13 έως 15. 3. Η ΕΠΕΥ δικαιούται να βασίζεται στην πληροφόρηση που της παρέχουν οι πελάτες της, εκτός εάν γνωρίζει ή όφειλε να γνωρίζει ότι η πληροφόρηση αυτή είναι καταφανώς παρωχημένη, ανακριβής ή ελλιπής » ( άρθρο 14 ). Τέλος, στην υπ` αριθ. 2501/31.12.2002 Πράξη Διοικητού της Τραπέζης της Ελλάδος « Ενημέρωση των συναλλασσομένων με τα πιστωτικά ιδρύματα για τους όρους που διέπουν τις συναλλαγές τους » ( Φ.Ε.Κ. Α` 277/18.11.2002 ) ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα : « Α. ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ : Τα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα οφείλουν : - Να ενημερώνουν κατάλληλα τους συναλλασσόμενους για τη φύση και τα χαρακτηριστικά των προσφερομένων προϊόντων και υπηρεσιών και εν γένει για τους όρους και τις προϋποθέσεις που διέπουν τις τραπεζικές συναλλαγές. -Να παρέχουν περιοδική έγγραφη ενημέρωση στους συναλλασσόμενους κατά τη διάρκεια ισχύος και λειτουργίας των συμβάσεων για τον τρόπο εφαρμογής των όρων που έχουν συμφωνηθεί. - Να ανταποκρίνονται εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος σε αιτήματα συναλλασσομένων για την παροχή πληροφοριών και διευκρινίσεων σχετικά με την εφαρμογή των συμβατικών όρων. - Να διαθέτουν ειδική υπηρεσιακή μονάδα για την εξέταση παραπόνων ή καταγγελιώ πελατών. - Να μεριμνούν για την κατάλληλη εκπαίδευση των υπαλλήλων που είναι επιφορτισμένοι με την παροχή εξειδικευμένων πληροφοριών προς το συναλλακτικό κοινό. - Να διαμορφώνουν το περιεχόμενο των διαφημίσεών τους σύμφωνα και με τους βασικούς κανόνες διαφάνειας της παρούσας Πράξης. - Να διαμορφώνουν τα επιτόκια στο πλαίσιο της αρχής της ανοικτής αγοράς και του ελεύθερου ανταγωνισμού, συνεκτιμώντας τους κατά περίπτωση αναλαμβανόμενους κινδύνους, και λαμβάνοντας υπόψη ενδεχόμενες μεταβολές στις χρηματοοικονομικές συνθήκες καθώς και στοιχεία και πληροφορίες, τις οποίες οι αντισυμβαλλόμενοι οφείλουν να παρέχουν με ακρίβεια για το σκοπό αυτό. Β. ΕΛΑΧΙΣΤΗ ΑΠΑΙΤΟΥΜΕΝΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ : Σύμφωνα με τις ως άνω γενικές αρχές τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να παρέχουν κατ’ ελάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία και πληροφορίες, ώστε οι συναλλασσόμενοι με αυτά να σχηματίζουν πριν από τη σύναψη της σύμβασης σαφή εικόνα για τις παρεχόμενες υπηρεσίες και προϊόντα, όταν αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο εξατομικευμένης διαπραγμάτευσης: ... Σε ό,τι αφορά τα σύνθετα τραπεζικά προϊόντα, των οποίων η απόδοση προσδιορίζεται βάσει στοιχείων και δεικτών και τα οποία προσιδιάζουν στο χαρακτήρα των επενδυτικών προϊόντων, η ενημέρωση των συναλλασσομένων πρέπει να περιλαμβάνει ειδικές πληροφορίες, ούτως ώστε να διευκολύνεται η συγκρισιμότητα των προϊόντων αυτών με ομοειδή, αμιγώς καταθετικά ή αμιγώς επενδυτικά προϊόντα, καθώς και η κατανόηση της αναμενόμενης απόδοσης και των πιθανών κινδύνων...». Εκ των ανωτέρω σαφώς συνάγεται ότι κυρία υποχρέωση του πιστωτικού ιδρύματος κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών αποτελεί η διασφάλιση της ορθότητας και της πληρότητας των συμβουλών αυτών. Η ενημέρωση του επενδυτή πρέπει να χωρεί κατά τρόπο ευλόγως κατανοητό και με τη μεγίστη δυνατή σαφήνεια, όπερ σημαίνει ότι το πιστωτικό ίδρυμα οφείλει να λαμβάνει υπόψη και να συνεκτιμά την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή αναφορικώς με το αντικείμενο της επενδύσεως, οι δε συμβουλές πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στο πρόσωπο του πελάτη, όσο και στο αντικείμενο της επενδύσεως. Σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας, το πιστωτικό ίδρυμα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη ( κατάλληλες ) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών συμπροσδιορίζεται από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε πρέπει, στο πλαίσιο παροχής συγκεκριμένης συμβουλής, να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσεως, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδυνεύσεως. Ο δεύτερος πόλος, στον οποίο πρέπει να προσαρμόζεται η διαδικασία της επενδυτικής συμβουλής, είναι το αντικείμενο της επενδύσεως. Εδώ εντάσσονται πληροφορίες, οι οποίες αφορούν γενικώς στην αγορά, πληροφορίες για το αντικείμενο της επενδύσεως, ως και πληροφορίες για την οικονομική κατάσταση και τη φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινομένων τίτλων. Οι συμβουλές του παρέχοντος επενδυτικές υπηρεσίες πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε ενδελεχή έρευνα. Το πιστωτικό ίδρυμα και κάθε εταιρία παροχής επενδυτικών συμβουλών οφείλουν να διαθέτουν τις πλέον « επικαιροποιημένες » πληροφορίες για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινομένης επενδύσεως. Ιδιαιτέρως αυξημένο είναι το καθήκον του πιστωτικού ιδρύματος ή της εταιρίας παροχής επενδυτικών συμβουλών για έρευνα ή ενημέρωση σε περιπτώσεις ιδιαιτέρως επικινδύνων ή πολύπλοκων επενδύσεων. Αυτό δεν σημαίνει ότι το πιστωτικό ίδρυμα πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή από μια επένδυση με αυξημένους κινδύνους, πλην όμως οφείλει να καταστήσει σε αυτόν σαφείς τους κινδύνους αυτούς, στους οποίους πρόκειται να εκτεθεί. Στόχος των εν λόγω υποχρεώσεων, οι οποίες βαρύνουν τα πιστωτικά ιδρύματα και τις εταιρίες παροχής επενδυτικών συμβουλών δεν είναι η επιτυχία της επενδύσεως, αλλά η εκ μέρους τους καταβολή πάσης δυνατής επιμελείας κατά την εκπλήρωση της υποχρεώσεως διαφωτίσεως, έρευνας και παροχής καταλλήλων συμβουλών ( Γ. Γεωργιάδης, Οι υποχρεώσεις της τράπεζας για ενημέρωση, διαφώτιση και παροχή συμβουλών στον πελάτη, ΧρΙδΔ 2008, 856 ). Βάσει, λοιπόν, των προαναφερομένων διατάξεων δημιουργούνται ζητήματα ευθύνης πιστωτικού ιδρύματος ή εταιρίας παροχής επενδυτικών συμβουλών, εάν, ενδεικτικώς, δεν εφιστούν εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, εάν δεν πραγματοποιούν - με κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων τους - τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κινήσεως των περιλαμβανομένων στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα κινητών αξιών ή εάν δεν ενημερώνουν με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων προς επένδυση τίτλων ( ΕφΑθ 885/2017 ΔΕΕ 2017, 1478, ΕφΑθ 770/2014 δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών « ΝΟΜΟΣ » ). Τούτο δε ισχύει ιδίως για τα λεγόμενα ομόλογα « ατελεύτητης διάρκειας » ή « αόριστης διάρκειας » ή « διηνεκή » ή « αιώνια » ομόλογα ( perpetual bonds ), τα οποία συνιστούν ομολογίες, οι οποίες εκδίδονται ως ονομαστικά ή ανώνυμα αξιόγραφα ( χρεόγραφα, τίτλοι παραστατικοί αξίας ) στο πλαίσιο συνάψεως ομολογιακού δανείου από μια ανώνυμη εταιρία ή ένα κράτος, παρέχονται δε στον κομιστή αυτών, ο οποίος καταβάλλει στον εκδότη κατά την απόκτηση των αξιογράφων την ονομαστική τους αξία, δικαιώματα απολήψεως των συμφωνηθέντων ( υψηλών κατά κανόνα ) τόκων, όχι όμως και το βασικό δικαίωμα να ζητήσει από τον εκδότη την επιστροφή της καταβεβλημένης αξίας τους σε κάποιο απώτερο χρόνο λήξεως. Ο κομιστής, δηλαδή, ενός τέτοιου ομολόγου δεν δικαιούται σε παράδοση ή επιστροφή του ομολόγου στον εκδότη του επί σκοπώ εισπράξεως της ονομαστικής του αξίας μετά τη λήξη της συμφωνηθείσας διάρκειάς τους ή οποτεδήποτε. Ο εκδότης, αντιθέτως, διατηρεί το δικαίωμα της μονομερούς ανακλήσεως του ομολόγου οποτεδήποτε, κατά την ελεύθερη αυτού κρίση και βούληση. Οι τίτλοι αυτοί χαρακτηρίζονται ως « υβριδικοί », καθ` όσον παρουσιάζουν ομοιότητες τόσο με τα ομόλογα των    ομολογιακών δανείων, όσο και με τις προνομιούχες μετοχές άνευ δικαιώματος ψήφου, χωρίς όμως να ταυτίζονται με κανένα εκ των δύο. Είναι λοιπόν προφαανές ότι τα ομόλογα ατελεύτητης ή αόριστης διάρκειας ( perpetual bonds ) δεν είναι απλά στη σύλληψη και τη λειτουργία τους επενδυτικά προϊόντα, με αποτέλεσμα οι παρέχουσες επενδυτικές υπηρεσίες ανώνυμες εταιρίες ( είτε πιστωτικά ιδρύματα είτε Ε.Π.Ε.Υ.) να υπέχουν ιδιαιτέρως αυξημένη ευθύνη και υποχρέωση ενημερώσεως του εκάστοτε πελάτη τους επενδυτή, ιδίως όταν αυτός ανήκει στην κατηγορία των ιδιωτών επενδυτών ( δηλαδή όχι των επαγγελματιών ή των θεσμικών επενδυτών ), δεδομένου ότι η χρήση και η κυκλοφορία αυτών ως ομολόγων ομολογιακού δανείου αποδίδει μια μη πραγματική εικόνα, ικανή να παραπλανήσει ακόμη και τον εμπειρότερο επενδυτή ως προς τη νομική φύση και τη λειτουργία τους. Αυτή καθ’ εαυτή η ονομασία τους, υποδηλούσα αξιογραφική παράσταση δανειακής υποχρεώσεως του εκδότη (ομολογία, αναγνώριση χρέους ), δημιουργεί, κατά τα απολύτως κρατούντα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη, σταθερή πεποίθηση περί συνάψεως δανειακής σχέσεως και συνακολούθως αδιαμφισβήτητης αξιώσεως του δανειστή ( κομιστή της ομολογίας ) κατά του εκδότη περί επιστροφής του δανείου σε συγκεκριμένο χρόνο ή οποτεδήποτε αυτός το ζητήσει και όχι αντιστρόφως. Αυτό ακριβώς το φαινόμενο οφείλει πρωτίστως μια τράπεζα να απαλείψει με δική της ευθύνη, πληροφορώντας καταλλήλως τον επενδυτή και παραλλήλως διενεργώντας πραγματικό και ενδελεχή έλεγχο καταλληλότητας και συμβατότητας αυτού, κατά τα προεκτεθέντα. Εάν δεν το πράξει, παραβιάζει τις προεκτεθείσες διατάξεις και υπόκειται σε αξιώσεις αποζημιώσεως των επενδυτών - πελατών της ( ΕφΑθ 2201/2019 αδημ. στο νομικό τύπο, προσκομιζόμενη ). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 147 ΑΚ « Όποιος παρασύρθηκε με απάτη σε δήλωση βούλησης έχει δικαίωμα να ζητήσει να ακυρωθεί η δικαιοπραξία. Αν η δήλωση απευθύνεται σε άλλον και η απάτη έγινε από τρίτον, η ακύρωση μπορεί να ζητηθεί μόνο εφόσον εκείνος προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση ή τρίτος που απέκτησε αμέσως δικαίωμα από αυτήν γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την απάτη », κατά δε τη διάταξη του άρθρου 149 του ίδιου Κώδικα « Εκείνος που απατήθηκε έχει δικαίωμα, παράλληλα με την ακύρωση της δικαιοπραξίας, να ζητήσει και την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες. Έχει επίσης δικαίωμα να αποδεχθεί τη δικαιοπραξία και να ζητήσει μόνο να ανορθωθεί η ζημία ». Εν προκειμένω η απάτη αντιμετωπίζεται : α ) ως λόγος, ο οποίος καθιστά ελαττωματική τη βούληση του απατηθέντος, στον οποίο παρέχεται το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δηλώσεώς του και β ) ως αδικοπρακτική συμπεριφορά, η οποία γεννά εις βάρος του απατήσαντος υποχρέωση προς αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις ( άρθρα 914 επ. ΑΚ ). Ως απάτη κατά την έννοια της πρώτης των ως άνω διατάξεων νοείται κάθε συμπεριφορά, η οποία τείνει να παραγάγει, να ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση, με σκοπό να οδηγηθεί κάποιος σε δήλωση βουλήσεως, συνίσταται δε η απατηλή συμπεριφορά είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών, κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας, είτε σε απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη στον αγνοούντο αυτά ήταν επιβεβλημένη από το καθήκον διαφωτίσεώς του βάσει της αρχής της καλής πίστεως ή της υπάρχουσας ιδιαίτερης σχέσεως μεταξύ αυτού και εκείνου, προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση. Εν πάση περιπτώσει, δεν ενδιαφέρει το είδος δημιουργηθείσας από την απάτη πλάνης, δηλαδή εάν είναι συγγνωστή ουσιώδης ή επουσιώδης, ως και εάν αναφέρεται αποκλειστικώς στα παραγωγικά αίτια της αιτήσεως, αρκεί η πλάνη να υφίσταται κατά το χρόνο δηλώσεως της βουλήσεως ( ΑΠ 316/2018, ΑΠ 209/2018 δημοσιευμένες στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών « ΝΟΜΟΣ » ). Ως λόγος, ο οποίος καθιστά ελαττωματική τη δήλωση βουλήσεως, αποκτά σημασία μόνο εντός του πλαισίου της δικαιοπραξίας, καθ’ όσον συνιστά αρνητική προϋπόθεση του κύρους της, ενώ ως αδικοπρακτική συμπεριφορά ιδρύει υποχρέωση αποζημιώσεως, εφ’ όσον συντρέχουν και οι λοιποί γενικοί όροι της αδικοπραξίας ( ΑΠ 384/2004 ΝοΒ 53, 492 ). Η απάτη των άρθρων 147 επ. ΑΚ διαφέρει της απάτης του άρθρου 386 ΠΚ, διότι η αστική διάταξη αναφέρεται σε απατηλή πρόκληση δηλώσεως βουλήσεως, ενώ ο Ποινικός Κώδικας αναφέρεται σε διάθεση περιουσίας. Ο δόλος στην αστική απάτη αρκεί να τείνει στην παραγωγή συγκεκριμένης δηλώσεως βουλήσεως και δεν ενδιαφέρει ο πορισμός παρανόμου περιουσιακού οφέλους και ως εκ τούτου οι δύο έννοιες δεν ταυτίζονται. Επομένως, εάν η παραπλάνηση, η οποία δημιουργείται ή ενισχύεται ή διατηρείται σε κάποιο πρόσωπο από την απάτη αυτή, προκάλεσε ζημία, στην οποία υπάγεται οποιαδήποτε μείωση της περιουσίας του, γεννάται υπέρ του απατωμένου πρωτογενής αξίωση αποζημιώσεως έναντι του μετερχομένου την απάτη προσώπου ( ΑΠ 683/1995 ΕΕΝ 1996, 560 ). Στοιχεία της απάτης εν προκειμένω είναι : α ) η πλάνη, δηλαδή η εσφαλμένη παράσταση ή αντίληψη ορισμένων πραγματικών περιστατικών, είτε του παρελθόντος είτε του παρόντος είτε του μέλλοντος, β ) πρόκληση της πλάνης αυτής από άλλο πρόσωπο εις βάρος του πλανωμένου, γ ) η πλάνη και η παραπλάνηση να χωρούν εκ προθέσεως και δ ) η πρόκληση « ελαττωματικής » βουλήσεως, συνεπεία της οποίας ο πλανηθείς προβαίνει σε δήλωση αυτής. Εάν ο απατηθείς επιλέξει να μην ζητήσει την ακύρωση της δηλώσεως βουλήσεως αυτού λόγω απάτης, αλλά να αποδεχθεί τη δικαιοπραξία ως έγκυρη και ισχυρή και να ζητήσει αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις ( άρθρα 914 επ. ΑΚ ), η αποζημίωση διαλαμβάνει την αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας του, όπως γενικώς προβλέπεται από τις αμέσως προαναφερόμενες διατάξεις ( ΑΠ 247/2018 δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών « ΝΟΜΟΣ », ΑΠ 745/2017 Αρμ. 2018, 341 ). Η απάτη ως παραγωγική αιτία αποζημιώσεως δύναται να συντρέχει και ως προσυμβατικό πταίσμα, υπό την προϋπόθεση ότι εξακολουθεί να υφίσταται κατά το χρόνο της δηλώσεως βουλήσεως ( ΕφΠατρ 292/2017 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών « ΝΟΜΟΣ » ). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ « Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει », ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του ίδιου Κώδικα « Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του ... ». Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ, σαφώς συνάγεται ότι προϋποθέσεις γενέσεως ευθύνης προς αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία είναι : α ) ζημιογόνος συμπεριφορά ( πράξη ή παράλειψη ), β ) παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή της παραλείψεως, γ ) υπαιτιότητα, δ ) ζημία και ε ) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς ( ήτοι του « νομίμου λόγου ευθύνης » ) και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος ( ΟλΑΠ 8/2018 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών « Νόμος », ΑΠ 1572/2014, ΑΠ 1361/2013, δημοσιευθείσες στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Δ.Σ.Α., ΕφΑθ 6675/2014 ΕλλΔνη 57, 802 ). Ως ανθρώπινη συμπεριφορά νοείται η εκούσια εξωτερική κοινωνική συμπεριφορά ανθρώπου και όχι οι καταστάσεις του εσωτερικού του κόσμου ή οι οφειλόμενες σε άσκηση επ’ αυτού ακαταμάχητης δυνάμεως ή σε καταστάσεις ελλείψεως συνειδήσεως ή σε άλογες ενέργειες ζώων, δύναται δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε πράξη ή παράλειψη. Ευθύνη από παράλειψη δημιουργείται, όταν υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφυλάξεως του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος, τούτο δε συμβαίνει, όταν υφίσταται από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και το γενικό πνεύμα του δικαίου υποχρέωση προστασίας, ειδικότερα δε όταν ο ζημιώσας με προηγουμένη πράξη του δημιούργησε κατάσταση επικινδυνότητας, χωρίς να έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα αποτροπής του κινδύνου ( ΑΠ 449/2014, ΑΠ 1736/2013 δημοσιευμένες στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Δ.Σ.Α. ). Παράνομη είναι, κατ’ αρχήν, η συμπεριφορά, η οποία αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου και προσβάλλει τα προστατευόμενα δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου, ο δε παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή της παραλείψεως κρίνεται βάσει του ισχύοντος κατά το χρόνο συντελέσεώς της νομικού καθεστώτος. Το στοιχείο του παρανόμου θεωρείται ότι συντρέχει όχι μόνον όταν παραβιάζεται απαγορευτικός ή επιτακτικός κανόνας δικαίου, αλλά και όταν διαπιστώνεται αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή τις επιταγές της εννόμου τάξεως και ειδικώς παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης από τη θεμελιώδη δικαιϊκή αρχή της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρεώσεως λήψεως συγκεκριμένων μέτρων επιμελείας προς αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων ( ΑΠ 93/2016 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών « ΝΟΜΟΣ » ). Δηλαδή, η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ δεν περιέχει επιταγή ή απαγόρευση, αλλά απλώς καθορίζει την κύρωση ( ήτοι την υποχρέωση αποζημιώσεως ) σε περίπτωση, κατά την οποία ορισμένη πράξη είναι παράνομη λόγω παραβάσεως κάποιου κανόνα δικαίου. Για το λόγο αυτό η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ χαρακτηρίζεται ως « λευκός » κανόνας δικαίου, καθ’ όσον δεν ορίζει τι επιτρέπεται και τι απαγορεύεται, αλλά παραπέμπει για το χαρακτηρισμό μιας πράξεως ως παράνομης ή μη στο σύνολο της κειμένης νομοθεσίας ( αστικής, ποινικής, διοικητικής κλπ. ) και εφ’ όσον βάσει της νομοθεσίας αυτής ορισμένη πράξη χαρακτηρισθεί παράνομη, επιβάλλεται ως κύρωση η υποχρέωση προς αποζημίωση. Περαιτέρω, υπαίτια είναι η συμπεριφορά, η οποία επιτρέπει την απόδοση στο δράστη προσωπικής μομφής, δηλαδή παριστά τον ψυχικό δεσμό αυτού με την αδικοπραξία ( ΑΠ 1361/2013 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών « ΝΟΜΟΣ » ). Η υπαιτιότητα, ως όρος της αδικοπρακτικής ευθύνης, διακρίνεται από τον παράνομο χαρακτήρα της προσβολής δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος, ενδέχεται όμως η αμέλεια στην συμπεριφορά να την καθιστά εν ταυτώ παράνομη ή και αντιστρόφως η πράξη της παράνομης προσβολής να υποδηλώνει η ιδία και την ύπαρξη υπαιτιότητας με τη μορφή γενικότερα της αμελείας, όταν ιδίως η προσβολή συνίσταται στην παράβαση του γενικού καθήκοντος επιμελείας, με το οποίο αξιώνεται από κάθε κοινωνό να συμπεριφέρεται όπως ο μέσος συναλλασσόμενος, ασχέτως του εάν κατά τα λοιπά η συμπεριφορά του αποτελεί ή όχι και παράβαση συγκεκριμένου απαγορευτικού ή επιτακτικού κανόνα δικαίου. Υπαιτιότητα νοείται είτε υπό τη μορφή του δόλου είτε της αμελείας, με πράξη ή παράλειψη, εάν δε η ζημία οφείλεται σε υπαιτιότητα του ιδίου του παθόντος, αυτός δεν δικαιούται αποζημίωση, ενώ σε περίπτωση συντρέχοντος πταίσματος αυτού ευρίσκει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, κατά την οποία το Δικαστήριο δύναται να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να επιδικάσει αυτή μειωμένη. Εξάλλου, ζημία ως προϋπόθεση της αδικοπραξίας αποτελεί κάθε βλάβη, η οποία προκαλείται στα υλικά ή άυλα αγαθά του προσώπου, αποκαθίσταται δε όχι μόνο η περιουσιακή ζημία, αλλά και η ηθική βλάβη, πρέπει δε αυτή να είναι άμεση, και ως εκ τούτου αξίωση αποζημιώσεως αποκτά μόνον ο αμέσως ζημιωθείς, δηλαδή ο φορέας ή ο δικαιούχος του προσβληθέντος από την άδικη πράξη εννόμου αγαθού ( ΑΠ 1253/2012 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Δ.Σ.Α. ), ως και ο αμέσως προσβληθείς στα προστατευόμενα συμφέροντά του. Ως χρόνος υπολογισμού της ζημίας του ενάγοντος νοείται, κατά τους δικονομικούς κανόνες, ο χρόνος της συζητήσεως της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ( ΟλΑΠ 44/1996 ΝοΒ 45, 451, ΑΠ 1401/2005 ΕλλΔνη 47 132, ΕφΠειρ 383/2013 δημοσιευμένες στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών « ΝΟΜΟΣ » ). Τέλος, αιτιώδης σύνδεσμος ( αιτιώδης συνάφεια ) υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του υπαιτίου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και είχε τη δυνατότητα να επιφέρει, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, το ζημιογόνο αποτέλεσμα ( ΑΠ 1610/2013 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Δ.Σ.Α. ). Πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του δράστη και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει, όταν η συμπεριφορά αυτή, κατά το χρόνο και τις συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη συγκεκριμένη ζημία ή, αναλόγως, την αντίστοιχη ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη ( ΑΠ 1361/2013, ΑΠ 427/2008, ΑΠ 190/2007 δημοσιευμένες στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Δ.Σ.Α.). Διάταξη ειδική και συμπληρωματικού χαρακτήρα σχετικώς με την ως άνω διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ είναι εκείνη του άρθρου 919 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι « όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει ». Προϋποθέσεις εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως είναι : α ) συμπεριφορά του δράστη ( πράξη ή παράλειψη ) αντικειμένη στα χρηστά ήθη, τοιαύτη δε συμπεριφορά υπάρχει όταν, κατ’ αντικειμενική κρίση, συμφώνως προς τις αντιλήψεις του χρηστώς και εμφρόνως σκεπτομένου κοινωνικού ανθρώπου, η συμπεριφορά του δράστη αντίκειται στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου, επί των οποίων στηρίζεται το θετικό δίκαιο, β ) πρόθεση του δράστη για την επαγωγή ζημίας, έστω και υπό τη μορφή του ενδεχομένου δόλου, δηλαδή δεν είναι απαραίτητο ο δράστης να προέβη στη ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη με μόνο σκοπό τη ζημία του άλλου, αλλά αρκεί να γνώριζε ότι με τη συμπεριφορά του αυτή ήταν δυνατή η επέλευση ζημίας και παρά ταύτα δεν θέλησε να αποστεί αυτής, γ ) πρόκληση ζημίας σε άλλον και δ ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας ( ΑΠ 1354/2015 όπ. ). Μόνη η αθέτηση προϋφισταμένης ενοχής δεν συνιστά, άνευ άλλου τινός και αδικοπραξία, υπό την προπαρατεθείσα έννοια. Είναι όμως δυνατόν η υπαίτια ζημιογόνος συμπεριφορά ( πράξη ή παράλειψη ), με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει και αξίωση από αδικοπραξία, εφ΄ όσον αυτή και χωρίς τη συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο επιβαλλόμενο από το δίκαιο γενικό καθήκον να μη ζημιώνει κανείς υπαίτια κάποιον άλλον. Δηλαδή, εάν το πταίσμα, το οποίο επέφερε τη ζημία, ταυτίζεται κατά το πραγματικό αυτού περιεχόμενο με την αθέτηση της συμβάσεως και τη δημιουργία της παρανομίας, δεν δύνανται να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις περί αδικοπραξιών ( ΑΠ 449/2014 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών « ΝΟΜΟΣ », ΑΠ 212/2000 ΕλλΔνη 41, 755 ). Σε αντίθετη περίπτωση υφίσταται συρροή αξιώσεων από τη σύμβαση και την αδικοπραξία, οι οποίες δύνανται μεν να ασκηθούν παραλλήλως, όχι όμως και να ικανοποιηθούν σωρευτικώς, διότι η ικανοποίηση της μιας καθιστά την άλλη άνευ αντικειμένου ( ΟλΑΠ 767/1973 ΝοΒ 22, 705, ΑΠ 1596/2014 ΧρΙδΔ 2015, 185, ΑΠ 1667/2009 ΕλλΔνη 51, 462, ΕφΑΘ 4489/2011 ΕπισκΕμπΔ 2016, 216 ), εκτός εάν ζητείται κάτι περισσότερο, όπως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, οπότε η συρρέουσα από αδικοπραξία αξίωση σώζεται κατά το αίτημα αυτό ( ΑΠ 560/2010 Τ.Ν.Π. « Νόμος », ΑΠ 1664/2005 ΔΕΕ 2006, 188, ΕφΑθ 1137/2008 ΕπισκΕμπΔ 2008, 904 ). Ενόψει των ανωτέρω, το πραγματικό του « λευκού » κανόνα δικαίου του άρθρου 914 ΑΚ πληρούται, όταν παραβιάζονται, ιδίως αναφορικώς με τα αναφερόμενα ανωτέρω « ατελεύτητα ομόλογα » ( perpetual bonds ), οι διατάξεις του άρθρου 25 Ν.3606/2007 « Αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και άλλες διατάξεις » και των άρθρων 4, 8, 12, 13 και 14 της υπ’ αριθ. 1/452/1.11.2007 Αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ( Φ.Ε.Κ. Β` 2136/1.11.2007 « Κανόνες Συμπεριφοράς Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών ( Ε.Π.Ε.Υ.) », οι οποίες τείνουν και στην προστασία του ιδιωτικού συμφέροντος των επενδυτών, γεννάται δε υποχρέωση του πιστωτικού ιδρύματος και ή και της εταιρίας παροχής επενδυτικών συμβουλών προς αποζημίωση του επενδυτή κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις ( άρθρα 914 επ. ΑΚ ), εάν η προκληθείσα στον τελευταίο ζημία οφείλεται σε υπαιτιότητα οργάνων ή προστηθέντων αυτών και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της υπαίτιας πράξεως ή παραλείψεως και της επελθούσας ζημίας του επενδυτή ( ΑΠ 1738/2013 ΕπισκΕμπΔ 2013 638, ΕφΑθ 885/2017, ΕφΑθ 3253/2016 και ΕφΑθ 770/2014 δημοσιευμένες στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών « ΝΟΜΟΣ », ΕφΑθ 4841/2014 ΧΡΗΔΙΚ 2015, 136, Σπ. Ψυχομάνης, η διάθεση « perpetual bonds » από τις ελληνικές τράπεζες, ΔΕΕ 2010, 867 επ. ). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ « Ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του ». « Πρόστηση » είναι η τοποθέτηση ή ο διορισμός ή η χρησιμοποίηση από ένα πρόσωπο ( προστήσαντα ) ενός άλλου προσώπου ( προστηθέντος ) σε θέση ή απασχόληση ( διαρκή ή μεμονωμένη εργασία ), η οποία αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεως ή υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του προστήσαντος. Η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως προϋποθέτει : α) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει, όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα παροχής οδηγιών και εντολών στον προστηθέντα σχετικώς με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του. Δεν απαιτούνται οπωσδήποτε δεσμευτικές ειδικές εντολές, αλλά αρκούν και γενικές οδηγίες στο πλαίσιο χαλαρής εξαρτήσεως, η οποία όμως επιτρέπει μια γενική εποπτεία. Η σχέση προστήσεως δεν είναι αναγκαίο να είναι εμφανής στους τρίτους, ούτε απαιτείται η ύπαρξη δικαιοπρακτικής σχέσεως μεταξύ προστήσαντος και προστηθέντος, αλλά είναι δυνατόν να στηρίζεται σε οποιαδήποτε βιοτική σχέση μεταξύ των μερών, νόμιμη ή παράνομη, είναι δε αδιάφορο εάν οφείλεται ή όχι αμοιβή, ομοίως δε αδιάφορος είναι και ο τρόπος προσλήψεως του προστηθέντος από τον ίδιο τον προστήσαντα ή από τρίτο για λογαριασμό του ( ΑΠ 698/2012 ΕΕμπΔ 2013, 354 ), β) παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη του προστηθέντος, δηλαδή αδικοπραξία αυτού κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ και γ ) πράξη η παράλειψη του προστηθέντος τελεσθείσα κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σε αυτόν υπηρεσίας, ακόμη και κατά κατάχρηση αυτής, η οποία υφίσταται, όταν η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη τελέσθηκε εντός των ορίων των ανατεθειμένων στον προστηθέντα καθηκόντων ή επ’ ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών, οι οποίες έχουν δοθεί σε αυτόν, ή καθ’ υπέρβαση των καθηκόντων του, εφ’ όσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας ( πράξεως ή παραλείψεως ) του προστηθέντος και της ανατεθείσας σε αυτόν υπηρεσίας υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας και ο ζημιωθείς τρίτος δεν γνώριζε την κατάχρηση ούτε όφειλε να την γνωρίζει ( ΑΠ 631/2015 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών « ΝΟΜΟΣ », ΑΠ 959/2004 ΕλλΔνη 45, 1602, ΑΠ 651/2001 ΕλλΔνη 42, 1540 ). Η διάταξη ιδρύει γνήσια αντικειμενική και εις ολόκληρον ευθύνη του προστήσαντος για ζημίες προκληθείσες παρανόμως και υπαιτίως από τον προστηθέντα και ως εκ τούτου δεν παρέχεται δυνατότητα απαλλαγής του προστήσαντος από την ευθύνη, ακόμη και εάν αποδείξει ότι δεν βαρύνεται με πταίσμα ( αμέλεια ) περί την επιλογή του προστηθέντος ή ως προς τις παρασχεθείσες σε αυτόν οδηγίες ή ότι ο προστηθείς ανέπτυξε πρωτοβουλία εντός του πεδίου δράσεως του προστήσαντος ( ΑΠ 243/2016 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών « ΝΟΜΟΣ » ). Δικαιολογητικό λόγο της καθιερώσεως γνήσιας αντικειμενικής ευθύνης του προστήσαντος αποτελεί το γεγονός ότι αυτός ωφελείται από τις υπηρεσίες του προστηθέντος, διευρύνοντας το πεδίο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και ως εκ τούτου είναι εύλογο να φέρει την ευθύνη για τους προκύπτοντες από τη δραστηριότητα του προστηθέντος κινδύνους. Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297 και 298 ΑΚ σαφώς συνάγεται ότι σκοπός του δικαίου της αποζημιώσεως είναι η αποκατάσταση της πλήρους, αλλά και μόνον, ζημίας και όχι ο πλουτισμός του ζημιωθέντος. Επομένως, εάν το ζημιογόνο γεγονός προκάλεσε μεν στον ζημιωθέντα ζημία, αλλά απέφερε στον τελευταίο ορισμένες ωφέλειες ( κέρδος ), αποκαταστατέα τυγχάνει η πραγματική ζημία, δηλαδή η διαφορά, η οποία προκύπτει από την αφαίρεση του κέρδους από την προκληθείσα ζημία. Ο λεγόμενος « συνυπολογισμός ζημίας και κέρδους » ( compensatio lucri cum damno ) δεν συνιστά εξαίρεση από τους γενικούς κανόνες του δικαίου της αποζημιώσεως, αλλά εφαρμογή τους κατά τρόπο, ο οποίος προκύπτει από την ιδία την έννοια της ζημίας, για τον υπολογισμό της οποίας εκτιμάται η συνολική περιουσιακή κατάσταση του ζημιωθέντος και οι επιπτώσεις του ζημιογόνου γεγονότος, τόσο οι θετικές όσο και οι αρνητικές. Συνεπώς, για τον υπολογισμό της περιουσιακής καταστάσεως του ζημιωθέντος μετά την επέλευση της ζημίας πρέπει να συνυπολογισθεί και το τυχόν κέρδος. Η επίκληση του συνυπολογιστέου κέρδους αποτελεί ανατρεπτική της αγωγής ένσταση του εναγομένου, η οποία οδηγεί στην απόρριψη της αγωγής εν σχέσει προς το μέρος του αξιουμένου ποσού αποζημιώσεως, το οποίο καλύπτεται από το κέρδος, το οποίο αποκομίζει ο ενάγων από το επιζήμιο γεγονός ( ΟλΑΠ 54 και 55/1990 ΝοΒ 41, 380 ). Δυσχέρεια εμφανίζει το ζήτημα του προσδιορισμού ( ή της οριοθετήσεως ) των συνυπολογιστέων ωφελειών, διότι ο συνυπολογισμός όλων ανεξαιρέτως των κερδών, ακόμη και των πλέον απομακρυσμένων και μόνον εμμέσως συνδεομένων με το ζημιογόνο γεγονός, θα οδηγούσε σε άδικα αποτελέσματα. Κατά μία άποψη ( θεωρία της πρόσφορης αιτιότητας ) συνυπολογίζονται μόνο τα κέρδη, τα οποία είναι δυνατόν να προβλεφθούν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και όχι τα οφειλόμενα σε τυχαία ή έκτακτα περιστατικά, ενώ κατ’ άλλη άποψη ( θεωρία του σκοπού της κερδοφόρου παροχής ) απαιτείται προσφυγή στον σκοπό της πράξεως, της συμβάσεως ή της διατάξεως του νόμου, βάσει της οποίας ο ζημιωθείς αποκόμισε το όφελος ( κέρδος ) και, εάν ο σκοπός αυτός συμπίπτει με το σκοπό το δικαίου της αποζημιώσεως, το κέρδος πρέπει να συνυπολογίζεται προς αποφυγή πλουτισμού του ζημιωθέντος. Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου γεγονότος και κέρδους ( ΑΠ 244/2016 και ΑΠ 1857/2005 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών « ΝΟΜΟΣ », ΑΠ 1213/2001 ΕλλΔνη 43, 96 ), αλλά και μη αντίθεση του συνυπολογισμού του κέρδους, υπό τις εκάστοτε συγκεκριμένες περιστάσεις, στην καλή πίστη ( ΑΠ 762/2007 ΝοΒ 55, 1561 ). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α` εδ. α` Ν. 2251/1994 « Προστασία των καταναλωτών », όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 1 παρ. 5 Ν. 3587/2007 « Τροποποίηση και συμπλήρωση του ν. 2251/1994 “ Προστασία των καταναλωτών ”, όπως ισχύει - Ενσωμάτωση της οδηγίας 2005/29 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( EE L 149 ) » και πριν από την εκ νέου αντικατάστασή της με τη διάταξη του άρθρου 100 παρ. 3 και 4 Ν. 4512/2018 « Ρυθμίσεις για την εφαρμογή των διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων του προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής και άλλες διατάξεις », ως « καταναλωτής » νοείται « κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους. Καταναλωτής είναι και : αα ) κάθε αποδέκτης διαφημιστικού μηνύματος, ββ ) κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας του ». Με την ως άνω διάταξη, η οποία εξακολουθεί να εφαρμόζεται υπό την ως άνω διατύπωσή της επί εννόμων σχέσεων, τα παραγωγικά γεγονότα των οποίων ανάγονται σε χρόνο μετά τη θέση σε ισχύ του Ν. 3587/2007 και πριν την εφαρμογή του Ν. 4512/2018 ( άρθρα 2 ΑΚ και 24 ΕισΝΑΚ - ΑΠ 181/2000 και ΕφΙωαν 25/2010Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών « ΝΟΜΟΣ » ), διευρύνθηκε ο κύκλος των προσώπων, στα οποία αναγνωρίζεται η ιδιότητα του « καταναλωτή » και παρέχεται η προβλεπόμενη από το Ν. 2251/1994 προστασία, σε σχέση με τον κύκλο αυτών, στα οποία αφορά η Οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5.4.1993, σε εφαρμογή της οποίας εκδόθηκε και στα οποία παρείχε προστασία και ο προϊσχύσας Ν. 1961/1991. Πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 2 περ. β’ της Οδηγίας « καταναλωτής είναι κάθε φυσικό πρόσωπο, το οποίο, κατά τις συμβάσεις που καλύπτει η παρούσα οδηγία, ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με τις επαγγελματικές του δραστηριότητες », ενώ κατά την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του προϊσχύσαντος Ν. 1961/1991 « καταναλωτής είναι κάθε νομικό ή φυσικό πρόσωπο, που ενεργεί συναλλαγές με σκοπό την απόκτηση ή τη χρησιμοποίηση κινητών ή ακινήτων πραγμάτων ή υπηρεσιών για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών αναγκών ». Ειδικότερα, καταναλωτής, κατά την προαναφερόμενη διάταξη του Ν. 2251/1994, είναι το φυσικό ή το νομικό πρόσωπο ή η ένωση προσώπων, τα οποία αποκτούν το προϊόν ή τις υπηρεσίες για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών, αλλά και των επαγγελματικών τους αναγκών, εφ` όσον είναι οι τελικοί αποδέκτες αυτών ( ΑΠ 733/2011 ΕλλΔνη 53, 741 ). Τέτοιος τελικός αποδέκτης ( και όχι ενδιάμεσος ) είναι εκείνος, ο οποίος αναλίσκει ή χρησιμοποιεί το πράγμα συμφώνως προς τον προορισμό του, χωρίς να έχει την πρόθεση να το μεταβιβάσει αυτούσιο ή ύστερα από επεξεργασία σε άλλους αγοραστές, καθώς και αυτός, ο οποίος χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και δεν τη διοχετεύει σε τρίτους. Η κατά το Ν. 2251/1994 ρύθμιση ως προς την έννοια του καταναλωτή αποσκοπεί, όπως προκύπτει και από την Εισηγητική Έκθεσή του, στη διεύρυνση του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής των προστατευτικών κανόνων αυτού, διότι οι ορισμοί του προϊσχύσαντος Ν. 1961/1991, οι οποίοι περιόριζαν την έννοια του καταναλωτή στον αποκτώντα προϊόντα ή υπηρεσίες για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών του αναγκών, απέκλειαν ευρύτατες κατηγορίες καταναλωτών. Η διεύρυνση αυτή δεν είναι αντίθετη προς την παραπάνω Οδηγία, δεδομένου ότι το άρθρο 8 αυτής, το οποίο ορίζει ότι «Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή διατηρούν, στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία, αυστηρότερες διατάξεις σύμφωνες προς τη συνθήκη, για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή », επιτρέπει στον εθνικό νομοθέτη τη διεύρυνση της έννοιας του καταναλωτή και πάντως δεν απαγορεύει σ’ αυτόν τη θέσπιση ταυτόσημης κατά περιεχόμενο προστασίας κατά των καταχρηστικών Γ.Ο.Σ. και υπέρ προσώπων, τα οποία δεν έχουν την ιδιότητα του καταναλωτή κατά την έννοια του άρθρου 2β της ως άνω Οδηγίας. Επομένως, από το γεγονός ότι ο κοινοτικός νομοθέτης επέλεξε ένα στενότερο ορισμό του καταναλωτή στην προαναφερόμενη, ελαχίστης εναρμονίσεως, Οδηγία, δεν εκτοπίζεται ο ευρύτερος ορισμός της εθνικής ρυθμίσεως, διότι πρόθεσή του ( κοινοτικού νομοθέτη ) ήταν να διατυπώσει με τη συγκεκριμένη Οδηγία κατώτατους ( ελάχιστους ) όρους προστασίας. Περαιτέρω, στο πλαίσιο της ελληνικής εννόμου τάξεως δεν έχουν θεσπισθεί ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις, οι οποίες αφορούν ειδικώς στις προϋποθέσεις και την έκταση του ελέγχου των Γ.Ο.Σ. τραπεζών. Δεδομένης, όμως, της διαρκούς επεκτάσεως των μαζικών συναλλαγών με συνέπεια τη συνηθέστατη προσχώρηση του ασθενεστέρου οικονομικώς μέρους σε μονομερώς διατυπωμένους όρους, πρέπει να γίνει δεκτή η επέκταση της προστασίας του καταναλωτή και στις τραπεζικές συναλλαγές. Και τούτο διότι από την ευρεία διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α` Ν. 2251/1994 δεν συνάγεται οποιαδήποτε πρόθεση του νομοθέτη να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής του νόμου τις συναλλαγές αυτές. Εξάλλου, οι συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και η χορήγηση δανείων και πιστώσεων ( αλλά και η κατάρτιση συμβάσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ), απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι αναλίσκονται με τη χρήση τους, αποκλείοντας το στάδιο της περαιτέρω μεταβιβάσεώς τους. Υπό την εκδοχή αυτή, οι ως άνω τραπεζικές υπηρεσίες είναι παροχές προς τελικούς αποδέκτες, είτε αυτοί χρησιμοποιούν τις τραπεζικές υπηρεσίες για την κάλυψη ατομικών ( μη επαγγελματικών επιχειρηματικών ) αναγκών τους ( λ.χ. καταναλωτικά δάνεια, αποταμίευση, επενδύσεις σε χρηματοπιστωτικά προϊόντα ) είτε αυτοί είναι έμποροι ή επαγγελματίες και χρησιμοποιούν αυτές για την ικανοποίηση επαγγελματικών - επιχειρηματικών τους αναγκών, αναλισκόμενες αμέσως από τους ίδιους στο πλαίσιο τραπεζικής συναλλαγής και δεν τίθεται ζήτημα περαιτέρω μεταβιβάσεώς τους προς τρίτους. Δηλαδή, υπάγονται στην προστασία του Ν. 2251/1994 τόσο οι τραπεζικές υπηρεσίες, οι οποίες εκ της φύσεώς τους απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών ( αποταμιευτικών, επενδυτικών κλπ. ), όσο και οι απευθυνόμενες σε επαγγελματίες, όπως είναι η χορήγηση δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών αναγκών, χωρίς να αποκλείεται όμως στην εκάστοτε συγκεκριμένη περίπτωση η εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, μετά από την υποβολή σχετικής ενστάσεως από την τράπεζα, εάν η επίκληση της ιδιότητας του καταναλωτή εμφανίζεται ως καταχρηστική όπως συμβαίνει, όταν ο δανειολήπτης ή, εν γένει, ο αντισυμβαλλόμενός της αποταμιευτής, επενδυτής κλπ. δεν εμφανίζει έλλειμμα αυτοπροστασίας, διότι διαθέτει εμπειρία στο συγκεκριμένο είδος συναλλαγών ή έχει τέτοια οικονομική επιφάνεια και οργανωτική υποδομή, ώστε να δύναται να διαπραγματευθεί ισοτίμως τους όρους της μεταξύ τους συμβάσεως ( ΟλΑΠ 13/2015 ΧρΙδΔ 2015, 675, ΑΠ 1463/2017 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών « ΝΟΜΟΣ », ΕφΑΘ 366/2017 ΔΕΕ 2017, 538 ). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 Ν. 2251/1994, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 10 Ν. 3587/2007, «1.Ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια, με πράξη ή παράλειψη του, κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή. Ως παρέχων υπηρεσίες νοείται όποιος, στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, παρέχει υπηρεσία, κατά τρόπο ανεξάρτητο. 2. Δεν είναι υπηρεσία, με την έννοια αυτού του άρθρου, παροχή η οποία έχει ως άμεσο και αποκλειστικό αντικείμενο την κατασκευή προϊόντων ή τη μεταβίβαση εμπραγμάτων δικαιωμάτων ή δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. 3. Ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας. 4. Ο παρέχων υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης για την έλλειψη παρανομίας και υπαιτιότητας του. Για την έλλειψη υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδίως : α ) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με το βαθμό επικινδυνότητας της, β ) η παρουσίαση και ο τρόπος παροχής της, γ ) ο χρόνος παροχής της, δ ) η αξία της παρεχόμενης υπηρεσίας, ε ) η ελευθερία δράσης που καταλείπεται στον ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, στ ) αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και ζ ) αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος αυτήν. 5. Η ύπαρξη ή η δυνατότητα παροχής τελειότερης υπηρεσίας κατά το χρόνο παροχής της συγκεκριμένης υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν θεμελιώνει χωρίς άλλο λόγο υπαιτιότητα. 6. Οι διατάξεις για τη συνυπευθυνότητα, τη μείωση ή άρση της ευθύνης και την απαγόρευση απαλλακτικών ρητρών των παραγράφων 10, 11 και 12 του άρθρου 6 εφαρμόζονται αναλογικά και στην ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες ». Η προαναφερομένη διάταξη δεν προβλέπει περίπτωση « ειδικώς ρυθμισμένης » αδικοπραξίας ( με απλή αντιστροφή του βάρους της αποδείξεως ), αλλά ιδρύει ( και μετά την τροποποίησή της από το Ν. 3587/2007 ), κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, αυτοτελή και ανεξάρτητο της συμβάσεως ή της αδικοπραξίας νόμιμο λόγο ευθύνης του παρέχοντος υπηρεσίες προς αποζημίωση του λήπτη των υπηρεσιών, ήτοι την « παροχή υπηρεσιών » ( ανεξαρτήτως, δηλαδή, της εντάξεως των υπηρεσιών αυτών στο πλαίσιο συμβάσεως ή μη ) και προβλέπει συγκεκριμένες προϋποθέσεις εφαρμογής της, διαφοροποιούμενες σε ουσιώδη σημεία των ( κατά τα λοιπά ομοίων ) προϋποθέσεων της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ, ήτοι : α ) παροχή ανεξαρτήτων υπηρεσιών στα πλαίσια ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας, β ) υπαιτιότητα του παρέχοντος υπηρεσίες κατά την παροχή αυτών, η οποία τεκμαίρεται και ο παρέχων φέρει το βάρος αποδείξεως της ελλείψεώς της ( νόθος αντικειμενική ευθύνη ), γ ) παράνομη συμπεριφορά, δ ) ζημία κατά το γενικό δίκαιο της αποζημιώσεως ( άρθρα 297, 298 ΑΚ ) και ε ) αιτιώδη συνάφεια μεταξύ παροχής της υπηρεσίας και ζημίας. Ως κριτήρια για την εκτίμηση της υπάρξεως υπαιτιότητας αναφέρονται στον νόμο η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών. Ειδικότερα, η παράνομη συμπεριφορά του παρέχοντος υπηρεσίες δεν συναρτάται προς το πραγματικό περιεχόμενο της υποχρεώσεώς του προς αποφυγή των κινδύνων, αλλά προς την έλλειψη ασφαλείας των υπηρεσιών, τις οποίες θεμιτώς δικαιούται να αναμένει ο καταναλωτής, καθώς και προς την οικοδόμηση της εμπιστοσύνης του στη συγκεκριμένη αγορά υπηρεσιών, ήτοι προς την παραβίαση της υποχρεώσεώς λήψεως μέτρων προνοίας και ασφαλείας, τα οποία όφειλε κατά τον νόμο ή τη σύμβαση ή την καλή πίστη κατά τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις και μπορούσε να λάβει εντός της σφαίρας επιρροής του, υπό ομαλές προβλέψιμες συνθήκες, κατά τρόπον ώστε οι παρεχόμενες από αυτόν υπηρεσίες, χρησιμοποιούμενες από τον καταναλωτή, να μη θέτουν σε κίνδυνο τα συμφέροντα του τελευταίου και ιδίως την ακεραιότητα της πίστεως και της ασφαλούς παροχής υπηρεσιών, η οποία εν τέλει αποτελεί το προστατεύσιμο δικαίωμα. Εφ’ όσον συντρέχουν οι παραπάνω όροι, ο βλαπτόμενος και υφιστάμενος ζημία δύναται με αγωγή κατά του παρέχοντος τις υπηρεσίες να αξιώσει την αποκατάστασή της ( ΑΠ 1028/2015, ΑΠ 427/2015 και ΑΠ 589/2001, δημοσιευμένες στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών « ΝΟΜΟΣ », ΑΠ 589/2001 ΔΕΕ 2001, 1117, ΕφΑΘ 2556/2010 ΕλλΔνη 52, 251 ). Οι διατάξεις του Ν. 2251/1994, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 και 5 αυτού, κατισχύουν - ως ειδικές - πάσης άλλης διατάξεως αντιβαίνουσας σε αυτές ή αναφερομένης σε θέματα ρυθμιζόμενα από αυτές, επομένως και των διατάξεων των άρθρων 914 επ. ΑΚ, εκτός εάν οι κοινές διατάξεις παρέχουν στον καταναλωτή μείζονα προστασία από την ειδική ρύθμιση του νόμου αυτού, με εξαίρεση τις διατάξεις, οι οποίες αφορούν σε παραγραφές και αποκλειστικές προθεσμίες ( ΕφΑθ 3270/2012 ΕΕμπΔ 2013, 575, ΕφΘεσ 1133/2004 ΕπισκΕμπΔ 2004, 980 ). Ενόψει των ανωτέρω, η παροχή επενδυτικών συμβουλών εκ μέρους πιστωτικών ιδρυμάτων ή εταιριών παροχής επενδυτικών συμβουλών αναμφιβόλως εμπίπτει στο ρυθμιστικό πεδίο της ως άνω διατάξεως, εφ’ όσον ο επενδυτής έχει, εν πάση περιπτώσει, την ιδιότητα του « τελικού αποδέκτη » της σχετικής τραπεζικής - επενδυτικής υπηρεσίας και μάλιστα ανεξαρτήτως, κατ’ αρχήν, της ιδιότητας αυτού ως « ερασιτέχνη» ή «επαγγελματία» επενδυτή. Περαιτέρω, σε περίπτωση διαμεσολαβήσεως πιστωτικού ιδρύματος ( τράπεζας ) κατά τις συναλλαγές με αντικείμενο χρηματοπιστωτικά προϊόντα, πρέπει και` αρχήν να θεωρείται υφισταμένη η μεταξύ του πιστωτικού ιδρύματος και του πελάτη αυτού - επενδυτή σύμβαση με αντικείμενο την παροχή επενδυτικών συμβουλών, η οποία προϋποθέτει την υποχρέωση του πιστωτικού ιδρύματος να δίδει συμβουλές στους πελάτες του αναφορικώς με χρηματοπιστωτικά προϊόντα, πρέπει δε ακόμη να γίνει δεκτό ότι στις περιπτώσεις αυτές έχει συναφθεί σιωπηρώς τοιαύτη σύμβαση, έστω και εάν δεν έχει τηρηθεί κάποιος τύπος, όπως είναι σύνηθες στην πράξη. Στοιχεία, τα οποία φανερώνουν τη δικαιοπρακτική βούληση των μερών στην περίπτωση αυτή είναι ότι : α ) για τον παρέχοντα επενδυτικές υπηρεσίες είναι προφανής η μεγάλη σημασία της πληροφορήσεως για τον δυνητικό επενδυτή, διότι η πληροφόρηση αυτή θα αποτελέσει τη βάση της λήψεως σοβαρών αποφάσεων εκ μέρους του τελευταίου για τη διαχείριση των κεφαλαίων του, β ) καθώς ο μέσος επενδυτής είναι συνήθως άπειρος περί τη χρηματιστηριακή -επενδυτική πρακτική των εγχωρίων και διεθνών αγορών, οι εν λόγω επιχειρήσεις διαθέτουν ειδικές γνώσεις για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές, ο επενδυτής κατά κανόνα αποφασίζει βάσει των συμβουλών των επιχειρήσεων αυτών, τις εμπιστεύεται και αναμένει υπεύθυνη πληροφόρηση, η παροχή της οποίας ανάγεται στην επαγγελματική δραστηριότητα τους και γ ) οι ως άνω επιχειρήσεις αποκομίζουν ίδιο οικονομικό όφελος από την παροχή των συμβουλών τους, άμεσο ή, τουλάχιστον, έμμεσο ( Ε. Αλεξανδρίδου, Τα επενδυτικά προϊόντα της Lehman Brothers και η κάλυψη των ζημιών των επενδυτών, ΔΕΕ 2010, 136).

 Από τις νομίμως και εμπροθέσμως ληφθείσες 1 ) υπ` αριθ. …./18-9-2017 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα των εναγόντων ..................., που δόθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, .................... ( βλ. τις υπ` αριθ. ...../13-9-2017, ......../13-9-2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, ............ ), 2) υπ` αριθ. ...../22-9-2017 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα των εναγόντων ............................, που δόθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Φλώρινας, ............. ( βλ. τις υπ` αριθ. .../19-9-2017, ...../19-9-2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, .................. .. ), 3 ) υπ` αριθ. ........../22-9-2017 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα των εναγόντων ..........., ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, ......... ( βλ. την επίκληση των υπ` αριθ. ...../19-9-2017 και ....../19-9-2017 εκθέσεων επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, ..................... στην ένορκη βεβαίωση ), 4 ) υπ` αριθ. ......./19-9-2017 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα των εναγόντων ....................., ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών ................... ( βλ. τις υπ` αριθ. ..../13-9-2017, ....../13-9-2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, .............) και 5 ) υπ` αριθ. ......../18-9-2017 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα των εναγόντων ..........., που δόθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Μυκόνου ............... ( βλ. τις υπ` αριθ ........ και ....../13-9-2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, ..........), από όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και που λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μερικά εκ των οποίων μνημονεύονται κατωτέρω, χωρίς να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς και ανάμεσα στα οποία ( έγγραφα ) και αυτά που για πρώτη φορά στον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας προσκομίζονται με επίκληση, όχι από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια, σύμφωνα με το άρθρο 529 του ΚΠολΔ και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ( ΑΠ 1088/2019, ΑΠ 394/2012 Τ.Ν.Π. « Νόμος » ), στα οποία περιλαμβάνονται ( για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ) και οι προσκομισθείσες από αμφότερα τα διάδικα μέρη ένορκες βεβαιώσεις που έχουν ληφθεί σε άλλες δίκες επί αγωγών αποζημιώσεως άλλων επενδυτών κατά της εδώ εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας αναφορικώς με τα αυτά επενδυτικά προϊόντα, καθώς και ένορκες επ’ ακροατηρίω καταθέσεις μαρτύρων, στο πλαίσιο άλλων δικών μεταξύ άλλων επενδυτών στα επίδικα προϊόντα και της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας ή στελεχών της, οι οποίες ένορκες βεβαιώσεις κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου δεν έχουν ληφθεί επίτηδες, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν στην παρούσα δίκη ( ΑΠ 627/2018 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών « ΝΟΜΟΣ », ΑΠ 1342/2010 ΝοΒ 59, 390, ΕφΠειρ 874/2014 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών « ΝΟΜΟΣ » ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία, εδρεύουσα στη Λευκωσία Κύπρου, είναι νομίμως εγκατεστημένη στην Ελλάδα, διατηρούσε δε κατά τον κατωτέρω αναφερόμενο στο σκεπτικό κρίσιμο χρόνο ικανό αριθμό υποκαταστημάτων ανά την ελληνική επικράτεια, διενεργώντας ευρύ φάσμα τραπεζικών και εν γένει χρηματοοικονομικών εργασιών. Στο πλαίσιο λειτουργίας της πρώτης εναγομένης, οι ενάγοντες διατηρούσαν σε αυτήν λογαριασμούς ταμιευτηρίου, προθεσμιακές καταθέσεις και απλά επενδυτικά χαρτοφυλάκια, εισφέροντας ανακυκλούμενα τα χρήματα τους. Ειδικότερα, οι πρώτος και δεύτερη των εναγόντων, ηλικίας 67 και 59 ετών αντίστοιχα κατά το χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής, είναι σύζυγοι και γονείς του τρίτου των εναγόντων, ηλικίας 33 ετών. Ο πρώτος εξ αυτών απασχολείται ως παιδίατρος, η δεύτερη είναι οικοκυρά και ο τρίτος ειδικευόμενος ιατρός στο νοσοκομείο της Άρτας και διατηρούσαν καταθετικούς λογαριασμούς σε αλλοδαπό νόμισμα και προθεσμιακές καταθέσεις από το έτος 2004 και στο παρελθόν είχαν αγοράσει αμοιβαία κεφάλαια και διατηρούσαν ένα συντηρητικό χαρτοφυλάκιο κυρίως από τραπεζικές μετοχές και μετοχές δημοσίων οργανισμών. Η τέταρτη των εναγόντων, ηλικίας 61 ετών κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, εργάζεται ως καθηγήτρια Ψυχολογίας στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και από το έτος 2002 διατηρούσε καταθετικούς λογαριασμούς σε αλλοδαπό νόμισμα και προθεσμιακές καταθέσεις, ενώ είχε αγοράσει στο παρελθόν αμοιβαία κεφάλαια. Οι πέμπτος και έκτη των εναγόντων, ηλικίας 67 και 61 ετών αντίστοιχα κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, είναι σύζυγοι και ο μεν πρώτος είναι συνταξιούχος του ΟΑΕΕ, η δε δεύτερη οικοκυρά και διατηρούσαν από το έτος 2005 προθεσμιακές καταθέσεις, είχαν αγοράσει στο παρελθόν αμοιβαία κεφάλαια και διατηρούσαν ένα συντηρητικό χαρτοφυλάκιο κυρίως από τραπεζικές μετοχές και μετοχές δημοσίων οργανισμών. Ο έβδομος των εναγόντων, ηλικίας 49 ετών κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, είναι έγγαμος με δύο ανήλικα τέκνα, δραστηριοποιείται ως επιχειρηματίας στο Κιλκίς και το έτος 2006 άνοιξε λογαριασμό ταμιευτηρίου, ενώ μέχρι το 2008 προέβαινε σε τοποθέτηση των αποταμιεύσεών του σε προθεσμιακές καταθέσεις και στην αγορά ομολόγων και αμοιβαίων κεφαλαίων. Ο όγδοος των εναγόντων ηλικίας 47 ετών κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, είναι έγγαμος με δύο ανήλικα τέκνα κατά τον προαναφερόμενο χρόνο, εργάζεται ως ιδιώτης αγρονόμος τοπογράφος και από το έτος 2005 διατηρεί προθεσμιακές καταθέσεις, σε λογαριασμούς αλλοδαπού νομίσματος, ενώ έχει προβεί στην αγορά ομολόγων, αμοιβαίων κεφαλαίων και διατηρούσε ένα συντηρητικό χαρτοφυλάκιο τραπεζικών κυρίως μετοχών. Ο ένατος ενάγων, ηλικίας 50 ετών κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, εργάζεται ως πολιτικός μηχανικός και από το έτος 2003 διατηρεί προθεσμιακές καταθέσεις, σε λογαριασμούς αλλοδαπού νομίσματος και προβαίνει στην αγορά διαφόρων επενδυτικών προϊόντων και αμοιβαίων κεφαλαίων. Ο δέκατος ενάγων, ηλικίας 45 ετών κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, είναι έγγαμος με τρία ανήλικα τέκνα κατά τον προαναφερόμενο χρόνο, είναι αξιωματικός της πολεμικής αεροπορίας και από το έτος 2007 διατηρεί καταθετικούς λογαριασμούς και προθεσμιακές καταθέσεις και έχει αγοράσει ΟΕΔ, αμοιβαία κεφάλαια και έντοκα γραμμάτια Ελληνικού Δημοσίου. Ο ενδέκατος ενάγων, ηλικίας 37 ετών κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, εργάζεται ως ιατρικός επισκέπτης και από το έτος 2007 διατηρεί καταθετικό λογαριασμό και προθεσμιακές καταθέσεις, ενώ διατηρούσε ένα συντηρητικό χαρτοφυλάκιο από τραπεζικές κυρίως μετοχές. Ο δωδέκατος εναγών, ηλικίας 54 ετών κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, είναι συνταξιούχος της ΔΕΗ και από το έτος 2008 διατηρεί προθεσμιακές καταθέσεις. Ο δέκατος τρίτος των εναγόντων, ηλικίας 59 ετών κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, είναι έγγαμος, πατέρας δυο ενηλίκων τέκνων, εργάζεται ως ηλεκτρολόγος μηχανικός στην Τεχνική Υπηρεσία του ……………... Νοσοκομείου, ενώ από το έτος 2003 διατηρεί λογαριασμό μισθοδοσίας και προθεσμιακές καταθέσεις και έχει αγοράσει στο παρελθόν αμοιβαία κεφάλαια, τραπεζικές μετοχές και μετοχές δημοσίων οργανισμών κυρίως. Ο δέκατος τέταρτος ενάγων, ηλικίας 68 ετών κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, είναι έγγαμος, συνταξιούχος του ΝΑΤ και από το έτος 2008 διατηρεί προθεσμιακή κατάθεση και έχει αγοράσει στο παρελθόν αμοιβαία κεφάλαια και διατηρεί ένα συντηρητικό χαρτοφυλάκιο από μετοχές ελληνικών εταιρειών. Ο δέκατος πέμπτος ενάγων, ηλικίας 75 ετών κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, έγγαμος και πατέρας δύο ενήλικων τέκνων, είναι συνταξιούχος μηχανικός του Υπουργείου Δημοσίων Έργων, ενώ διατηρούσε στην πρώτη εναγόμενη ένα συντηρητικό χαρτοφυλάκιο τραπεζικών κυρίως μετοχών. Οι δέκατος έκτος και δέκατη ένατη των εναγόντων ηλικίας 66 και 64 ετών αντίστοιχα κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, είναι σύζυγοι και γονείς της δέκατης όγδοης και δέκατης έβδομης των εναγόντων, ηλικίας 36 και 35 ετών αντίστοιχα. Ο πρώτος εξ αυτών εργάζεται ως μαιευτήρας γυναικολόγος και από το έτος 2008 διατηρεί προθεσμιακές καταθέσεις, έχει αγοράσει αμοιβαία κεφάλαια και διατηρούσε ένα συντηρητικό χαρτοφυλάκιο μετοχών. Οι εικοστός και εικοστή πρώτη των εναγόντων, ηλικίας 55 και 53 ετών αντίστοιχα κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, είναι σύζυγοι και εργάζονται ο με πρώτος ως τεχνικός ηλεκτρολόγος στην ΕΑΒ η δε δεύτερη ως ιδιωτική υπάλληλος σε τουριστικό γραφείο, ενώ από το έτος 2005 ο πρώτος εξ αυτών διατηρεί λογαριασμό ταμιευτηρίου, προθεσμιακές καταθέσεις και προέβαινε σε αγορά τραπεζικών μετοχών. Ο εικοστός δεύτερος των εναγόντων, ηλικίας 53 ετών κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, έγγαμος με δύο ανήλικα τέκνα, εργάζεται ως πλοίαρχος του Εμπορικού Ναυτικού. Η συναλλακτική του σχέση του με την πρώτη εναγόμενη ξεκίνησε το έτος 2009, οπότε και προέβη στην αγορά του επίδικου προϊόντος ΜΑΕΚ. Ο εικοστός τρίτος ενάγων, ηλικίας 51 ετών κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, έγγαμος και πατέρας δυο παιδιών ηλικίας 19 και 15 ετών κατά τον προαναφερόμενο χρόνο, εργάζεται ως ιδιώτης πολιτικός μηχανικός και από το έτος 2003 διατηρεί προθεσμιακές καταθέσεις και έχει αγοράσει αμοιβαία κεφάλαια. Ο εικοστός τέταρτος των εναγόντων, αγρότης, ηλικίας 58 ετών κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, είναι πατέρας της εικοστής πέμπτης των εναγόντων και από το έτος 2008 διατηρεί λογαριασμό ταμιευτηρίου. Από τα ανωτέρω, συνάγεται ότι όλοι οι ενάγοντες επεδίωκαν την ασφαλή τοποθέτηση των χρημάτων τους, τα οποία αποτελούσαν προϊόν αποταμίευσης και τους ενδιέφερε η εγγυημένη προστασία του κεφαλαίου τους, καθώς και ο επωφελής τοκισμός του ως πρόσθετο σταθερό εισόδημα. Την 30.4.2008 το Διοικητικό Συμβούλιο της εκκαλούσας αποφάσισε την έκδοση επενδυτικού προϊόντος υπό τον τίτλο « ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΑ ΧΡΕΟΓΡΑΦΑ 2013/2018 » ( εφεξής Μ.Χ. ), ονομαστικής αξίας εκάστου ενός ευρώ, με δικαίωμα προτεραιότητας εγγραφής υπέρ των τότε υφισταμένων μετόχων της. Την 25.6.2008 εκδίδεται από την εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία το Σημείωμα Εκδιδομένου Τίτλου (« ΕΚΔΟΣΗ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΓΙΑ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ ΣΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΞΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΩΝ ΧΡΕΟΓΡΑΦΩΝ 2013/18 » ), στην πρώτη σελίδα του οποίου αναφέρεται ότι: « Η έγκριση του παρόντος εγγράφου δεν συνεπάγεται παρότρυνση προς το επενδυτικό κοινό για επένδυση στον εκδότη. Πριν τη λήψη της επενδυτικής του απόφασης το επενδυτικό κοινό προτρέπεται να συμβουλεύεται το σύμβουλο επενδύσεων του. Η επένδυση στους τίτλους του Εκδότη συνεπάγεται κινδύνους, οι οποίοι περιγράφονται στο μέρος με τίτλο ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ του Δελτίου Παρουσίασης Εκδότη ημερομηνίας 21 Μάίόυ 2008 και του Σημειώματος Εκδιδόμενου Τίτλου. Ο επενδυτής πρέπει να βασίζει οποιαδήποτε επενδυτική απόφασή του στην εξέταση του Ενημερωτικού Δελτίου ως σύνολο ». Καθ’ όσον αφορά στους βασικούς όρους εκδόσεως του ως άνω επενδυτικού προϊόντος στο από 25.6.2008 σχετικό Περιληπτικό Σημείωμα αναφέρονται μεταξύ άλλων τα εξής : « Επιτόκιο : Τα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα θα φέρουν σταθερό επιτόκιο 6,5% για τις πρώτες δύο περιόδους τόκου δηλ. μέχρι τις 30 Ιουνίου 2009 και ακολούθως κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θα αναθεωρείται στην αρχή της κάθε περιόδου τόκου και θα ισχύει για τη συγκεκριμένη περίοδο τόκου. Για την περίοδο 30 Ιουνίου 2009 - 30 Ιουνίου 2013 το κυμαινόμενο επιτόκιο θα είναι ίσο με το επιτόκιο Euribor 6 μηνών που θα ισχύει στην αρχή κάθε περιόδου τόκου συν περιθώριο 1,00%. Σε περίπτωση που η Τράπεζα δεν προβεί στην εξαγορά των Μετατρέψιμων Χρεογράφων, τότε για την περίοδο 1 Ιουλίου 2013 - 30 Σεπτεμβρίου 2018 το κυμαινόμενο επιτόκιο θα είναι ίσο με το επιτόκιο Euribor 6 μηνών που θα ισχύει στην αρχή κάθε περιόδου τόκου συν περιθώριο 2,00%. Περίοδος Τόκου και Ημερομηνία Πληρωμής Τόκου : Η περίοδος τόκου είναι εξαμηνιαία και ο τόκος θα πληρώνεται σε μετρητά στο τέλος κάθε περιόδου τόκου. Ως Ημερομηνίες Πληρωμής Τόκου ορίζονται η 30 Ιουνίου και η 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους. Περίοδος Μετατροπής : 15-30 Σεπτεμβρίου και 15 - 31 Μαρτίου κάθε έτους. Πρώτη Περίοδος Μετατροπής 15-30 Σεπτεμβρίου 2010. Τελευταία Περίοδος Μετατροπής 15-31 Μαρτίου 2013. Τιμή Μετατροπής 10,50 €. Τελευταία ημερομηνία αποπληρωμής 30 Ιουνίου 2018. Τιμή αποπληρωμής : Στο άρτιο, δηλ. στο€1 ανά αξία. Εξαγορά ( Redemption ) και αγορά : Τα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα μπορούν, κατ’ επιλογή της Τράπεζας κατόπιν έγκρισης της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, να εξαγοραστούν από την Τράπεζα, στην ονομαστική τους αξία μαζί με οποιουσδήποτε δεδουλευμένους τόκους κατά τις 30 Ιουνίου 2013 ή σε οποιαδήποτε ημερομηνία πληρωμής τόκου που έπεται. Προτεραιότητα ( Subordination ) : Τα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα αποτελούν άμεσες, μη εξασφαλισμένες και ελάσσονος προτεραιότητας ( subordinated ) υποχρεώσεις της Τράπεζας. Τα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα κατατάσσονται σε ίση προτεραιότητα προς τις αξιώσεις άλλων εκδόσεων ελάσσονος προτεραιότητας. Τα δικαιώματα και οι αξιώσεις των κατόχων των Μετατρέψιμων Χρεογράφων είναι ελάσσονος προτεραιότητας ( subordinated ) προς τις αξιώσεις των πιστωτών της Τράπεζας που είναι καταθέτες ή άλλοι πιστωτές, των οποίων οι αξιώσεις δεν είναι ελάσσονος προτεραιότητας ως προς τις αξιώσεις των καταθετών. Τα δικαιώματα και οι αξιώσεις των κατόχων των Μετατρέψιμων Χρεογράφων έχουν προτεραιότητα έναντι των κατόχων Αξιογράφων Κεφαλαίου και μετόχων της Τράπεζας. Προορισμός υπό άντληση κεφαλαίων : Ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας του Συγκροτήματος και μαζί με τα προβλεπόμενα στο τριετές Σχέδιο του Συγκροτήματος αυξημένα αδιανέμητα κέρδη, θα μπορούν να επενδυθούν για την ανάπτυξη των εργασιών του Συγκροτήματος, τόσο οργανικά, όσο και μέσω εξαγορών. Εισαγωγή στο ΧΑΚ και στο ΧΑ : Υποβλήθηκε αίτηση για εισαγωγή των Μετατρέψιμων Χρεογράφων στο ΧΑΚ και το ΧΑ και αναμένονται οι εγκρίσεις από τα αρμόδια όργανα των δύο χρηματιστηρίων ». Καθ’ όσον αφορά στους κινδύνους του συγκεκριμένου επενδυτικού προϊόντος, στο αυτό ως άνω έγγραφο της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας αναφέρονται τα ακόλουθα : « ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ : Η επένδυση στα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα και σε μετοχές της Τράπεζας Κύπρου υπόκειται σε μια σειρά κινδύνων. Μαζί με τις λοιπές πληροφορίες που περιέχονται στο παρόν Περιληπτικό Σημείωμα, στο Δελτίο Παρουσίασης Εκδότη, στο Συμπληρωματικό Ενημερωτικό Δελτίο και στο Σημείωμα Εκδιδόμενου Τίτλου, οι δυνητικοί επενδυτές θα πρέπει να εξετάσουν προσεκτικά τους κινδύνους που περιγράφονται παρακάτω, πριν επενδύσουν στα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα τα οποία παρέχουν δικαίωμα μετατροπής σε μετοχές. Εάν επέλθει οποιοδήποτε από τα γεγονότα που περιγράφονται παρακάτω, το Συγκρότημα, η χρηματοοικονομική θέση του ή τα αποτελέσματα της λειτουργίας του ενδέχεται να επηρεαστούν δυσμενώς και ουσιωδώς και, ανάλογα, μπορεί να σημειωθεί πτώση στην αξία και την τιμή πώλησης των Μετατρέψιμων Αξιογράφων και των μετοχών της Εταιρίας, οδηγώντας σε απώλεια του συνόλου ή μέρους οποιοσδήποτε επένδυσης σε αυτές. Επιπρόσθετα, οι κίνδυνοι και οι αβεβαιότητες που περιγράφονται παρακάτω μπορεί να μην είναι οι μόνοι που ενδεχομένως να αντιμετωπίσει το Συγκρότημα. Πρόσθετοι κίνδυνοι και αβεβαιότητες που επί του παρόντος δεν είναι γνωστοί ή που θεωρούνται επουσιώδεις, μπορεί να επιδράσουν δυσμενώς στις επιχειρηματικές δραστηριότητες του Συγκροτήματος. ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΠΟΥ ΣΧΕΤΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΑ ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΑ ΧΡΕΟΓΡΑΦΑ : - Μη επαρκής κάλυψη της παρούσας έκδοσης των Μετατρέψιμων Χρεογράφων - Επιτοκιακός Κίνδυνος - Εξαγορά (Redemption) και Αγορά - Προτεραιότητα (Subordination) - Περιορισμοί έκδοσης χρεογράφων - Επίδραση της έκδοσης των Μετατρέψιμων Χρεογράφων στην τιμή της μετοχής - Εμπορευσιμότητα των μετοχών που θα προκύψουν από τη μετατροπή των Μετατρέψιμων Χρεογράφων - Εμπορευσιμότητα και διακυμάνσεις τιμών των Μετατρέψιμων Χρεογράφων. ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΠΟΥ ΣΧΕΤΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΙΣ ΜΕΤΟΧΕΣ : - Το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και το Χρηματιστήριο Αθηνών έχουν χαμηλότερη ρευστότητα και παρουσιάζουν εντονότερες διακυμάνσεις από άλλα χρηματιστήρια - Η τιμή των μετοχών ενδέχεται να παρουσιάσει διακυμάνσεις. ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΠΟΥ ΣΧΕΤΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ : Το Συγκρότημα υπόκειται σε κινδύνους, οι οποίοι δεν είναι υπό τον έλεγχό του και αν παρουσιαστούν σε σημαντικό βαθμό ενδέχεται να επηρεάσουν τα οικονομικά του αποτελέσματα και να δημιουργήσουν πρόβλημα στην πληρωμή τόκου των Χρεογράφων ή και του ίδιου του κεφαλαίου. Οι κίνδυνοι αυτοί συνοψίζονται πιο κάτω : -Υπάρχει ο κίνδυνος το Συγκρότημα να μην επιτύχει τους στρατηγικούς του στόχους όπως έχουν τεθεί στο τριετές στρατηγικό του πλάνο με δυσμενείς επιπτώσεις στα αποτελέσματα και τη χρηματοοικονομική θέση του Συγκροτήματος - Οι Μη εξυπηρετούμενες χορηγήσεις αντιπροσωπεύουν ένα σημαντικό ποσοστό του Δανειακού Χαρτοφυλακίου του Συγκροτήματος -Κίνδυνος ρευστότητας - Το ρυθμιστικό πλαίσιο του κυπριακού τραπεζικού τομέα μεταβάλλεται - Οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις στον Κυπριακό, Ελληνικό και Διεθνή Χώρο - Ένταση ανταγωνισμού - Νομικός κίνδυνος (litigation risk ) - Οι πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις στην Κύπρο και αλλού θα μπορούσαν να επηρεάσουν δυσμενώς τη λειτουργία του Συγκροτήματος ... ». Εν τέλει η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία, την 8.8.2008 με ανακοίνωσή της προς το επενδυτικό κοινό γνωστοποίησε την έναρξη της διαπραγματεύσεως των Μ.Χ. στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, η δε έκδοση των εν λόγω επενδυτικών προϊόντων, με την οποία επιδιώχθηκε η ενίσχυση του δευτεροβαθμίου κεφαλαίου της ( Tier 2 ), καλύφθηκε πλήρως, όπως συνομολογείται και δεν αμφισβητείται ειδικώς από αμφότερα τα διάδικα μέρη. Περαιτέρω, με σκοπό την ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής με την από 25.2.2009 ανακοίνωσή του γνωστοποίησε ότι αποφάσισε να προτείνει στη Γενική Συνέλευση αυτής την έκδοση ενός νέου επενδυτικού προϊόντος, των « Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου » ( εφεξής Μ.Α.Κ. ). Πράγματι, την 30.4.2009 η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία με ανακοίνωσή της προς το επενδυτικό κοινό γνωστοποίησε ότι η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου ενέκρινε το από 30.4.2009 Ενημερωτικό Δελτίο ( « ΔΗΜΟΣΙΑ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΓΙΑ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ ΣΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΞΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΜΕΧΡΙ 645.327.822 ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΩΝ ΑΞΙΟΓΡΑΦΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗΣ ΑΞΙΑΣ € 1,00 ΤΟ ΚΑΘΕΝΑ » ). Καθ’ όσον αφορά στους βασικούς όρους εκδόσεως του ως άνω επενδυτικού προϊόντος στο Τμήμα I ( Περιληπτικό Σημείωμα ) του ως άνω Ενημερωτικού Δελτίου αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακολούθα : « Προσφερόμενες αξίες : Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου αορίστου διαρκείας. Ύψος έκδοσης : Μέχρι € 645.327.822. Ονομαστική αξία : € 1,00 ( στο άρτιο ). Τιμή έκδοσης : Στο άρτιο σε αξίες του € 1 και πολλαπλάσια αυτού ... Τρόπος καταβολής αντιπαροχής : Οι Δικαιούχοι αλλά και οι λοιποί αιτητές δύνανται να εγγραφούν στην έκδοση των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου καταβάλλοντας το αντίστοιχο ποσό της απαιτούμενης αντιπαροχής είτε σε μετρητά είτε με την καταβολή Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/18 της Τράπεζας αντίστοιχης ονομαστικής αξίας. Τα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/18 που θα καταβληθούν ως αντιπαροχή και θα γίνουν αποδεκτά για εγγραφή στην έκδοση των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου της Τράπεζας, θα ακυρωθούν και η Τράπεζα θα παύσει να έχει οποιεσδήποτε υποχρεώσεις σχετικά με αυτά. Η Τράπεζα θα καταβάλει για την περίοδο από 1 Ιανουαρίου 2009 μέχρι 5 Ιουνίου 2009 τους δεδουλευμένους τόκους των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/18 τα οποία θα γίνουν αποδεκτά ως αντιπαροχή στην έκδοση των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου. Καθεστώς εξασφάλισης : Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου αποτελούν άμεσες, μη εξασφαλισμένες, ελάσσονος διαβάθμισης (subordinated) υποχρεώσεις της Τράπεζας και κατατάσσονται σε ίση μοίρα (rank pari passu) μεταξύ τους. Προτεραιότητα κατάταξης : Τα δικαιώματα και οι αξιώσεις των κατόχων των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου της παρούσας έκδοσης : - είναι ελάσσονος προτεραιότητας (subordinated ) προς τις αξιώσεις των πιστωτών της Τράπεζας που είναι : καταθέτες ή άλλοι πιστωτές των οποίων οι αξιώσεις δεν είναι ελάσσονος προτεραιότητας ως προς τις αξιώσεις των καταθετών, πιστωτές των οποίων οι αξιώσεις είναι ελάσσονος προτεραιότητας (subordinated) πλην εκείνων των οποίων οι αξιώσεις είναι ίσης προτεραιότητας (rank pari passu) με τις αξιώσεις των κατόχων Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου, κάτοχοι χρεογράφων της Τράπεζας των οποίων οι αξιώσεις είναι ελάσσονος προτεραιότητας (subordinated) - είναι ίσης προτεραιότητας προς τις αξιώσεις άλλων εκδόσεων ελάσσονος προτεραιότητας, που πληρούν τα κριτήρια για περίληψη στο πρωτοβάθμιο κεφάλαιο της Τράπεζας - έχουν προτεραιότητα μόνο έναντι των μετόχων της Τράπεζας. Καμία πληρωμή σε σχέση με τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου δεν θα καθίσταται πληρωτέα εκτός και αν η Τράπεζα είναι φερέγγυα (solvent) και θα μπορεί να συνεχίσει να είναι φερέγγυα (solvent) ευθύς αμέσως μετά την πληρωμή. Διάρκεια : Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου είναι αξίες αόριστης διάρκειας χωρίς ημερομηνία λήξης ( βλέπε “ Εξαγορά ” πιο κάτω ). Επιτόκιο : Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου θα φέρουν σταθερό ετήσιο επιτόκιο 5,50% για τις πρώτες δέκα Περιόδους Τόκου μέχρι τις 30 Ιουνίου 2014 και μετέπειτα κυμαινόμενο επιτόκιο ίσο με το εκάστοτε Euribor 6 μηνών που θα ισχύει στην αρχή κάθε Περιόδου Τόκου πλέον 3,00%. Πληρωμή Τόκου : Ο τόκος είναι πληρωτέος σε εξαμηνιαία βάση στο τέλος κάθε περιόδου Πληρωμής Τόκου. Ως ημερομηνίες Πληρωμής Τόκων ορίζονται η 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους. Κάθε Μετατρέψιμο Αξιόγραφο Κεφαλαίου θα παύει να φέρει Τόκο από την ημερομηνία εξαγοράς ή μετατροπής του. Δικαίωμα Μετατροπής : Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου δύνανται κατ’ επιλογή του κατόχου τους να μετατραπούν σε συνήθεις μετοχές της Τράπεζας κατά τις Περιόδους Μετατροπής. Τιμή Μετατροπής : € 5,50 ανά συνήθη μετοχή της Τράπεζας ονομαστικής αξίας € 1,00. Περίοδοι Μετατροπής : 15-30 Σεπτεμβρίου και 15 - 31 Μαρτίου κάθε έτος μέχρι το 2014. Πρώτη Περίοδος Μετατροπής : 15 -30 Σεπτεμβρίου 2010. Τελευταία Περίοδος Μετατροπής : 15 - 31 Μαρτίου 2014. Εξαγορά (Redemption) : Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου μπορούν, κατ’ επιλογή της Τράπεζας, να εξαγοραστούν στο σύνολό τους, στην ονομαστική τους αξία μαζί με οποιουσδήποτε δεδουλευμένους τόκους στις 30 Ιουνίου 2014 ή σε οποιαδήποτε ημερομηνία πληρωμής τόκου που έπεται, κατόπιν έγκρισης της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και υπό την προϋπόθεση ότι θα αντικατασταθούν με Πρωτοβάθμιο Κεφάλαιο, εκτός εάν η Κεντρική Τράπεζα κρίνει ότι η Τράπεζα διαθέτει ικανοποιητική επάρκεια κεφαλαίου. Τιμή Εξαγοράς : Στο άρτιο, δηλ. στο € 1 ανά Μετατρέψιμο Αξιόγραφο Κεφαλαίου. Προορισμός Προϊόντος Έκδοσης : Το καθαρό προϊόν από την έκδοση των Mετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου θα ενισχύσει την Τράπεζα με επιπρόσθετο πρωτοβάθμιο κεφάλαιο βοηθώντας στη διατήρηση ισχυρών και ανταγωνιστικών δεικτών κεφαλαιακής επάρκειας ... Εισαγωγή και Διαπραγμάτευση : Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου θα εισαχθούν και θα διαπραγματεύονται στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και στο Χρηματιστήριο Αθηνών, εφόσον ληφθούν οι σχετικές εγκρίσεις από τις αρμόδιες αρχές ». Στο Μέρος Α` του Τμήματος II του εν λόγω Ενημερωτικού Δελτίου αναφέρεται σχετικώς με τους κινδύνους της επενδύσεως ότι « Η επένδυση στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου και σε μετοχές της Τράπεζας Κύπρου υπόκειται σε μια σειρά κινδύνων. Μαζί με τις λοιπές πληροφορίες που περιέχονται ή ενσωματώνονται μέσω παραπομπής στο παρόν Ενημερωτικό Δελτίο, οι δυνητικοί επενδυτές θα πρέπει να εξετάσουν προσεκτικά τους κινδύνους που περιγράφονται στο παρόν Ενημερωτικό Δελτίο, πριν επενδύσουν στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου τα οποία παρέχουν δικαίωμα μετατροπής σε μετοχές. Εάν επέλθει οποιοδήποτε από τα γεγονότα που περιγράφονται παρακάτω, το Συγκρότημα, η χρηματοοικονομική θέση του ή τα αποτελέσματα της λειτουργίας του ενδέχεται να επηρεαστούν δυσμενώς και ουσιωδώς και, ανάλογα, μπορεί να σημειωθεί πτώση στην αξία και την τιμή πώλησης των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου και των μετοχών της Εταιρίας, οδηγώντας σε απώλεια του συνόλου ή μέρους οποιασδήποτε επένδυσης σε αυτά. Επιπρόσθετα, οι κίνδυνοι και οι αβεβαιότητες που περιγράφονται παρακάτω μπορεί να μην είναι οι μόνοι που ενδεχομένως να αντιμετωπίσει το Συγκρότημα. Πρόσθετοι κίνδυνοι και αβεβαιότητες που επί του παρόντος δεν είναι γνωστοί ή που δεν θεωρούνται ουσιώδεις, μπορεί να επιδράσουν δυσμενώς τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του Συγκροτήματος ». Ακολούθως περιγράφονται οι σχετιζόμενοι με τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του Συγκροτήματος της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας κίνδυνοι ( κίνδυνος από τις επικρατούσες στην Κύπρο και στο εξωτερικό οικονομικές συνθήκες, κίνδυνος επιτοκίων, κίνδυνος από τις μεταβολές στις τρέχουσες τιμές μετοχών και άλλων αξιών, συναλλαγματικός κίνδυνος, κίνδυνος σχετικώς με τους δανειζομένους και την πιστωτική ικανότητα των αντισυμβαλλομένων της Τράπεζας, κίνδυνος μεταβολών των συνθηκών της αγοράς με συνέπεια αρνητικές αναπροσαρμογές στην εύλογη αξία των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων του Συγκροτήματος, κίνδυνος ρευστότητας, κίνδυνος μη ικανοποιητικής κεφαλαιακής επάρκειας για κάλυψη των ελάχιστων εποπτικών απαιτήσεων, κίνδυνος αστοχίας ή αποτυχίας των εσωτερικών διαδικασιών και λειτουργιών του Συγκροτήματος, κίνδυνος μεταβολής του σχετικού ρυθμιστικού ή νομικού πλαισίου, νομικός κίνδυνος, φορολογικός κίνδυνος, κίνδυνος εκθέσεως σε ιδιαιτέρως ανταγωνιστικό περιβάλλον, κίνδυνος απώλειας ανωτέρων διευθυντικών στελεχών και άλλου προσωπικού, ασφαλιστικός κίνδυνος, κίνδυνος διακοπής ή παραβιάσεως των συστημάτων πληροφορικής του Συγκροτήματος, κίνδυνος γενέσεως προσθέτων υποχρεώσεων για ωφελήματα αφυπηρετήσεως προσωπικού ). Περαιτέρω, καθ’ όσον αφορά στους κινδύνους, οι οποίοι σχετίζονται με την εν λόγω έκδοση Μ.Α.Κ., ρητώς προβλέπεται ( υπό τον τίτλο « Ακύρωση Πληρωμής Τόκων » ) ότι « Η Τράπεζα μπορεί κατά τη διακριτική της ευχέρεια να ακυρώσει οποιαδήποτε πληρωμή τόκου. Πριν από την ημερομηνία οποιασδήποτε Πληρωμής Τόκου, αν η Τράπεζα, κατά τη διακριτική της ευχέρεια, διαπιστώσει ότι δεν τηρεί τη σχετική Κεφαλαιακή Επάρκεια όπως αυτή ορίζεται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ή ότι η Πληρωμή Τόκου θα έχει ως αποτέλεσμα η Τράπεζα να παύσει να ικανοποιεί την προαναφερόμενη Κεφαλαιακή Επάρκεια, τότε η Τράπεζα έχει τη δυνατότητα να ακυρώσει την Πληρωμή τέτοιων Τόκων, στα πλαίσια των “Περιορισμών Μερίσματος και Κεφαλαίου” ως περιγράφεται στον Όρο 4. Οποιαδήποτε τέτοια Ακύρωση Πληρωμής Τόκου θα ικανοποιηθεί από την Τράπεζα μόνο ( ί ) κατά την εξαγορά των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου και (ii) κατά την εξαγορά, ανταλλαγή ή αλλαγή των Όρων λόγω αλλαγών στο θεσμικό και φορολογικό πλαίσιο που διέπει τις εκδόσεις Πρωτοβάθμιου Κεφαλαίου και ιδιαίτερα τις εκδόσεις Αξιογράφων Κεφαλαίου. Οποιαδήποτε Ακύρωση Πληρωμής Τόκου δύναται να ικανοποιηθεί ( εκτός σε περίπτωση διάλυσης και στις περιπτώσεις που περιγράφονται στον Όρο 6 ) μόνο με το προϊόν έκδοσης Μετοχών της Τράπεζας μέσω του Εναλλακτικού Μηχανισμού Ικανοποίησης Πληρωμής Τόκου. Η πληρωμή τόκων προς τους κατόχους Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου θα γίνεται πάντοτε σε μετρητά. Αν η Τράπεζα δεν δύναται να προβεί στην πληρωμή τόκων σε μετρητά, δύναται να καλύψει την πληρωμή τόκων μέσω έκδοσης μετοχών στους κατόχους των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου κατόπιν έγκρισης της έκδοσης από Έκτακτη Γενική Συνέλευση των Μετόχων της Τράπεζας » και ( υπό τον τίτλο « Εξαγορά [Redemption] και Αγορά » ) ότι « Η Τράπεζα δεν έχει καμία υποχρέωση εξαγοράς ή αγοράς των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου σε οποιοδήποτε χρονικό διάστημα και οι Κάτοχοι δεν έχουν οποιοδήποτε δικαίωμα απαίτησης της εξαγοράς ή αγοράς από την Τράπεζα ...», ενώ επισημαίνεται ( υπό τον τίτλο «Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου δεν αποτελούν κατάλληλη επένδυση για όλους τους επενδυτές») ότι « Κάθε πιθανός επενδυτής σε οποιαδήποτε Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου πρέπει να αξιολογήσει την καταλληλότητα μιας τέτοιας επένδυσης λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του. Συγκεκριμένα, κάθε πιθανός επενδυτής πρέπει : ( ί ) να έχει απαραίτητη γνώση και εμπειρία έτσι ώστε να είναι σε θέση να προβεί σε ουσιαστική αξιολόγηση των όρων των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου, των δικαιωμάτων και κινδύνων που εμπεριέχονται στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου και τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται ή που ενσωματώνονται μέσω παραπομπής στο παρόν Ενημερωτικό Δελτίο, ( ii ) να έχει την κατάλληλη γνώση και πρόσβαση σε εργαλεία ανάλυσης έτσι ώστε να αξιολογήσει, στα πλαίσια της ιδιαίτερης κατάστασής του, την επένδυση στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου και τις επιπτώσεις που δύναται να επιφέρει μια τέτοια επένδυση στο συνολικό του χαρτοφυλάκιο, (iii) να έχει ικανοποιητικούς πόρους και ρευστότητα έτσι ώστε να μπορεί να επωμισθεί όλους τους κινδύνους της επένδυσης του στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου, ( ίν ) να κατανοήσει με λεπτομέρεια τους όρους των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου, ( ν ) να αναγνωρίσει ότι υπάρχει περίπτωση να μην καταφέρει να πωλήσει ή να μεταφέρει τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου του για μεγάλο χρονικό διάστημα ή και καθόλου και ( νί ) να είναι σε θέση να αξιολογήσει ( είτε ο ίδιος είτε με τη βοήθεια οικονομικών συμβούλων ) τα πιθανά σενάρια που αφορούν τους παράγοντες που δύνανται να επηρεάσουν την επένδυσή του όπως το ευρύτερο οικονομικό περιβάλλον, τα επιτόκια ή άλλους παράγοντες και στη δυνατότητά του να αναλάβει τους κινδύνους που εμπεριέχονται στην επένδυσή του », ως και ( υπό τον τίτλο « Οι κάτοχοι των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/18 οφείλουν να συμβουλευθούν τους οικονομικούς, φορολογικούς και νομικούς τους συμβούλους » ) ότι « Οι κάτοχοι των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/2018 οφείλουν να συμβουλευθούν τους οικονομικούς, φορολογικούς και νομικούς τους συμβούλους σχετικά με την καταλληλότητα τυχόν ανταλλαγής ή μη των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/2018 και των τυχόν συνεπειών στη φορολογική τους θέση και τις λογιστικές ή οικονομικές συνέπειες τυχόν επένδυσης στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου. Η σχετική αναλογία ανταλλαγής ( στη βάση της ονομαστικής τους αξίας ) μπορεί κατά την εισαγωγή των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου στα δύο χρηματιστήρια να μην απεικονίζει την τιμή και σχετική σχέση στην τιμή διαπραγμάτευσης των αντίστοιχων κινητών αξιών Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου θα εισαχθούν προς διαπραγμάτευση στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και το Χρηματιστήριο Αθηνών. Με βάση τη διαπραγμάτευση των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου, οι τιμές τους θα κυμαίνονται ανάλογα με τον όγκο συναλλαγών και τις διαφορές μεταξύ των εντολών αγοράς και πώλησης », τέλος δε αναφορικώς με παράγοντες κινδύνου, σχετιζομένους με τις μετοχές, ρητώς αναφέρεται ότι τα Χρηματιστήρια Αξιών Αθηνών και Κύπρου έχουν χαμηλή ρευστότητα και παρουσιάζουν εντονότερες διακυμάνσεις από άλλα χρηματιστήρια της Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, με συνέπεια τη δημιουργία σοβαρού ενδεχομένου δυσμενούς επηρεασμού της τιμής της μετοχής της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας. Η τελευταία, την 10.6.2009, με ανακοίνωσή της προς το επενδυτικό κοινό γνωστοποίησε την υπερκάλυψη της εκδόσεως του εν λόγω επενδυτικού κεφαλαίου, ως και ότι το αντληθέν ποσόν πρόκειται να χρησιμοποιηθεί για την περαιτέρω ενδυνάμωση της κεφαλαιακής της επάρκειας και δη για την ενίσχυση των πρωτοβαθμίων κεφαλαίων ( Tier 1 ) αυτής. Ακολούθως, με σκοπό την περαιτέρω ενίσχυση και διατήρηση σε υψηλά επίπεδα της κεφαλαιακής επάρκειας της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής με την από 28.2.2011 ανακοίνωσή του γνωστοποίησε ότι αποφάσισε να προτείνει στη Γενική Συνέλευση αυτής την έκδοση ενός νέου επενδυτικού προϊόντος, των «Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου » ( Μ.Α.Ε.Κ.). Πράγματι, την 6.4.2011, η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία με ανακοίνωσή της προς το επενδυτικό κοινό γνωστοποίησε ότι η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου ενέκρινε το από 5.4.2011 Ενημερωτικό Δελτίο « ΔΗΜΟΣΙΑ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΓΙΑ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ ΣΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΞΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΜΕΧΡΙ 1.342.422.297 ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΩΝ ΑΞΙΟΓΡΑΦΩΝ ΕΝΙΣΧΥΜΕΝΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗΣ ΑΞΙΑΣ € 1,00 ΤΟ ΚΑΘΕΝΑ ». Καθ’ όσον αφορά στους βασικούς όρους εκδόσεως του ως άνω επενδυτικού προϊόντος στο Τμήμα I ( Περιληπτικό Σημείωμα ) του ως άνω Ενημερωτικού Δελτίου αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακολούθα : « Προσφερόμενες αξίες : Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου αορίστου διάρκειας. Ύψος έκδοσης : Μέχρι € 1.342.422.297. Ονομαστική αξία : € 1,00 ( στο άρτιο ). Τιμή έκδοσης : Στο άρτιο σε αξίες του € 1 ... Τρόπος καταβολής αντιπαροχής : Οι Δικαιούχοι αλλά και οι λοιποί αιτητές δύνανται να εγγραφούν στην έκδοση των ΜΑΕΚ καταβάλλοντας το αντίστοιχο ποσό της απαιτούμενης αντιπαροχής είτε σε μετρητά είτε με την καταβολή για ανταλλαγή άλλων υφισταμένων αξιών της Τράπεζας αντίστοιχης ονομαστικής αξίας και συγκεκριμένα (ί) Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/18, (ii) Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου και ( iii) Αξιoγράφων Κεφαλαίου 12/2007 ( “ Επιλέξιμες για Ανταλλαγή Αξίες ” ). Τα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/18, τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου και τα Αξιόγραφα Κεφαλαίου 12/2007 ( Επιλέξιμες για Ανταλλαγή Αξίες ) που θα καταβληθούν ως αντιπαροχή και θα γίνουν αποδεκτά για εγγραφή στην έκδοση των ΜΑΕΚ της Τράπεζας, θα ακυρωθούν και η Τράπεζα θα παύσει να έχει οποιεσδήποτε υποχρεώσεις σχετικά με αυτά. Η Τράπεζα θα καταβάλει τους δεδουλευμένους τόκους των Επιλέξιμων για Ανταλλαγή Αξιών, οι οποίες θα γίνουν δεκτές για ανταλλαγή στην έκδοση των ΜΑΕΚ. Καθεστώς εξασφάλισης και Προτεραιότητα Κατάταξης : Τα ΜΑΕΚ αποτελούν άμεσες, μη εξασφαλισμένες, ελάσσονος διαβάθμισης ( subordinated ) υποχρεώσεις της Τράπεζας και κατατάσσονται σε ίση μοίρα (rank pari passu ) μεταξύ τους. Τα δικαιώματα και οι αξιώσεις των κατόχων των ΜΑΕΚ της παρούσας έκδοσης : - είναι ελάσσονος προτεραιότητας ( subordinated ) προς τις αξιώσεις των πιστωτών της Τράπεζας που είναι : καταθέτες ή άλλοι πιστωτές των οποίων οι αξιώσεις δεν είναι ελάσσονος προτεραιότητας ως προς τις αξιώσεις των καταθετών, πιστωτές των οποίων οι αξιώσεις είναι ελάσσονος προτεραιότητας ( subordinated ) πλην εκείνων των οποίων οι αξιώσεις είναι ή εκφράζονται να είναι ίσης προτεραιότητας ( rank pari passu ) με τις αξιώσεις των κατόχων ΜΑΕΚ, κάτοχοι χρεογράφων της Τράπεζας των οποίων οι αξιώσεις είναι ελάσσονος προτεραιότητας ( subordinated ) - είναι ίσης προτεραιότητας προς τις αξιώσεις άλλων εκδόσεων χαμηλότερης ελάσσονος προτεραιότητας, που πληρούν τα κριτήρια για περίληψη στο πρωτοβάθμιο κεφάλαιο της Τράπεζας που περιλαμβάνουν, αλλά δεν περιορίζονται, στα Αξιόγραφα Κεφαλαίου και στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου - έχουν προτεραιότητα έναντι των μετόχων της Τράπεζας. Οι αξιώσεις των κατόχων ΜΑΕΚ σε περίπτωση διάλυσης όπου η Τράπεζα παραμένει φερέγγυα ( solvent ) θα περιορίζονται στην ονομαστική αξία των ΜΑΕΚ και των δεδουλευμένων τόκων, αλλά μη συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε ακυρωθέντων τόκων. Σε περίπτωση οποιασδήποτε πληρωμής που δεν καταβάλλεται σε σχέση με τα ΜΑΕΚ, η Τράπεζα δεν θα θεωρείται ότι περιήλθε σε γεγονός αθέτησης υποχρέωσης και οι κάτοχοι των ΜΑΕΚ δεν θα έχουν δικαίωμα υποβολής αίτησης για εκκαθάριση ή διάλυση της Τράπεζας. Διάρκεια : Τα ΜΑΕΚ είναι αξίες αόριστης διάρκειας χωρίς ημερομηνία λήξης ( βλέπε “Εξαγορά” πιο κάτω ). Επιτόκιο σε Ευρώ (€) : Τα ΜΑΕΚ θα φέρουν σταθερό ετήσιο επιτόκιο 6,50% για τις πρώτες δέκα Περιόδους Τόκου μέχρι τις 30 Ιουνίου 2016 και μετέπειτα κυμαινόμενο επιτόκιο ίσο με το εκάστοτε Euribor 6 μηνών που θα ισχύει στην αρχή κάθε Περιόδου Τόκου πλέον 3,00%. Επιτόκιο σε Δολάριο ( $ ) : Τα ΜΑΕΚ θα φέρουν σταθερό ετήσιο επιτόκιο 6,00% για τις πρώτες δέκα Περιόδους Τόκου μέχρι τις 30 Ιουνίου 2016 και μετέπειτα κυμαινόμενο επιτόκιο ίσο με το εκάστοτε Libor 6 μηνών που θα ισχύει στην αρχή κάθε Περιόδου Τόκου πλέον 3,00%. Πληρωμή Τόκου : Ο τόκος είναι πληρωτέος σε εξαμηνιαία βάση στο τέλος κάθε περιόδου Πληρωμής Τόκου σύμφωνα με τους Όρους έκδοσης των ΜΑΕΚ. Ως ημερομηνίες Πληρωμής Τόκων ορίζονται η 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους. Η Πρώτη Πληρωμή Τόκου θα είναι στις 31 Δεκεμβρίου 2011 και θα καλύπτει την περίοδο από την Ημερομηνία Έκδοσης μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2011. Κάθε Μετατρέψιμο Αξιόγραφο Ενισχυμένου Κεφαλαίου θα παύει να φέρει τόκο από την ημερομηνία εξαγοράς/αγοράς/μετατροπής. Δικαίωμα Μετατροπής : Τα ΜΑΕΚ δύνανται, κατ’ επιλογή του κατόχου τους, να μετατραπούν σε Συνήθεις Μετοχές της Τράπεζας κατά τις Περιόδους Μετατροπής στην Τιμή Μετατροπής. Τιμή Μετατροπής : € 3,30 ανά συνήθη μετοχή της Τράπεζας ονομαστικής αξίας € 1,00 ( και θα υπόκειται στις συνήθεις αναπροσαρμογές για εταιρικές πράξεις ) ... Περίοδοι Μετατροπής : 1-15 Μαρτίου, 15-31 Μαΐου, 1-15 Σεπτεμβρίου και 15 - 30 Νοεμβρίου κάθε χρόνου με την πρώτη Περίοδο Μετατροπής να αρχίζει την Πρώτη Ημερομηνία Μετατροπής και την τελευταία Περίοδο Μετατροπής να τελειώνει την Τελευταία Ημερομηνία Μετατροπής. Πρώτη Ημερομηνία Μετατροπής : 1 Σεπτεμβρίου 2011. Τελευταία Ημερομηνία Μετατροπής : 31 Μαΐου 2016. Εξαγορά ( Redemption ) : Τα ΜΑΕΚ μπορούν, κατ’ επιλογή της Τράπεζας, να εξαγοραστούν στο σύνολό τους, στην ονομαστική τους αξία μαζί με οποιουσδήποτε δεδουλευμένους τόκους στις 30 Ιουνίου 2016 ή σε οποιαδήποτε ημερομηνία πληρωμής τόκου που έπεται, κατόπιν έγκρισης της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και υπό την προϋπόθεση ότι θα αντικατασταθούν με Πρωτοβάθμιο Κεφάλαιο ίσης ή ψηλότερης διαβάθμισης ... Προαιρετική Επιλογή Ακύρωσης Πληρωμής Τόκων: Η Τράπεζα μπορεί κατά την κρίση της καθ’ οιονδήποτε χρόνο, λαμβάνοντας υπόψη τη φερεγγυότητα καθώς και την οικονομική της κατάσταση, να επιλέξει να ακυρώσει την Πληρωμή Τόκου σε μη σωρευτική βάση στα πλαίσια των “ Περιορισμών Μερίσματος και Κεφαλαίου ” που αναφέρονται πιο κάτω. Οποιαδήποτε ακυρωθείσα πληρωμή τόκου δεν θα οφείλεται και δεν θα καθίσταται πληρωτέα από την Τράπεζα. Σε περίπτωση Ακύρωσης Πληρωμής Τόκου, η Τράπεζα δεν θα θεωρείται ότι περιήλθε σε γεγονός αθέτησης υποχρέωσης και οι κάτοχοι των ΜΑΕΚ δεν θα έχουν δικαίωμα υποβολής αίτησης για εκκαθάριση ή πτώχευση της Τράπεζας. Υποχρεωτική Ακύρωση Πληρωμής Τόκων : Σε περίπτωση που η Τράπεζα δεν τηρεί τις ελάχιστες απαιτήσεις της φερεγγυότητας όπως ορίζονται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ή δεν διαθέτει τα απαιτούμενα Διανεμητέα Στοιχεία τότε η Τράπεζα υποχρεωτικά θα ακυρώσει την Πληρωμή Τόκων στα ΜΑΕΚ. Η Κεντρική Τράπεζα δυνατόν να απαιτήσει, κατά τη διακριτική της ευχέρεια, την ακύρωση Πληρωμής Τόκων, στη βάση αξιολόγησης της φερεγγυότητας και της οικονομικής κατάστασης της Τράπεζας τα επόμενα τρία χρόνια. Διανεμητέα Στοιχεία κατά την οποιαδήποτε Ημερομηνία Πληρωμής Τόκου σημαίνει, το καθαρό κέρδος του Συγκροτήματος για το έτος που προηγείται τέτοιας Ημερομηνίας Πληρωμής Τόκου μαζί με οποιαδήποτε καθαρά κέρδη και Αδιανέμητα Κέρδη ( retained earnings ) που μεταφέρονται από προηγούμενα έτη και οποιεσδήποτε καθαρές μεταφορές από οποιουσδήποτε λογαριασμούς αποθεματικών σε κάθε περίπτωση οι οποίοι είναι διαθέσιμοι για διανομή στους μετόχους της Τράπεζας. Συνεπακόλουθοι Περιορισμοί Μερίσματος και Κεφαλαίου : Αν η Τράπεζα ακυρώσει την πληρωμή τόκων για οποιονδήποτε λόγο, στα πλαίσια της Προαιρετικής Επιλογής Ακύρωσης Πληρωμής Τόκων ή της Υποχρεωτικής Ακύρωσης Πληρωμής Τόκων όπως περιγράφεται πιο πάνω, τότε δεν θα επιτρέπεται η πληρωμή μερίσματος ή οποιαδήποτε άλλη καταβολή ( και εξαγορά ή αγορά ) πάνω στις συνήθεις μετοχές ή σε άλλες αξίες της Τράπεζας που θα λογίζονται ως πρωτοβάθμιο κεφάλαιο από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, εκτός και εάν και μέχρις ότου η Τράπεζα προβεί στην επόμενη Πληρωμή Τόκου και με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπονται στο Τμήμα II Μέρος Β Όρος 5 ( γ ). Υποχρεωτική Μετατροπή : Σε περίπτωση που επισυμβεί οποιοδήποτε Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου ή Γεγονός Βιωσιμότητας, τα ΜΑΕΚ υποχρεωτικά θα μετατρέπονται σε Συνήθεις Μετοχές, στην Τιμή Υποχρεωτικής Μετατροπής ως ο σχετικός ορισμός πιο κάτω. Γεγονός Εκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου ( Contingency Event ) : Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου θα θεωρείται ότι έχει επισυμβεί όταν η Τράπεζα δώσει σχετική ειδοποίηση είτε ( ί ) ότι πριν από την ημερομηνία εφαρμογής της Βασιλείας III ως αυτή θα υιοθετηθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση το ύψος των Βασικών Πρωτοβαθμίων Κεφαλαίων της Core Tier I Ratio είναι χαμηλότερο του 5%, ή κατά ή μετά την ημερομηνία εφαρμογής της Βασιλείας III ως αυτή θα υιοθετηθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση το ύψος των Κοινών Πρωτοβαθμίων Κεφαλαίων - Common Equity Tier I Ratio είναι χαμηλότερο από το ελάχιστο ποσοστό που θα καθοριστεί, ή (ii) όταν η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου καθορίσει ότι η Τράπεζα βρίσκεται σε μη συμμόρφωση με τα απαιτούμενα κανονιστικά όρια του Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας ως καθορίζονται στους σχετικούς Εφαρμοστέους Τραπεζικούς Κανονισμούς. Σε κάθε περίπτωση θα πραγματοποιηθεί η Υποχρεωτική Μετατροπή των ΜΑΕΚ σε Συνήθεις Μετοχές συνεπεία του Γεγονότος Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου. Η Τράπεζα, κατά την αξιολόγηση της φερεγγυότητας καθώς και της οικονομικής της θέσης μπορεί να κρίνει, σε συνεννόηση με την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ή η Κεντρική Τράπεζα μπορεί να απαιτήσει, κατά τη διακριτική της ευχέρεια, ότι πιθανόν η Τράπεζα να παύσει στο άμεσο μέλλον να ικανοποιεί τα ελάχιστα αποδεκτά όρια του δείκτη Βασικών Πρωτοβαθμίων Κεφαλαίων, του δείκτη Κοινών Πρωτοβαθμίων Κεφαλαίων ή του Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας, ανάλογα με την περίπτωση, και για αυτό το λόγο θα θεωρηθεί ότι Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου έχει επισυμβεί. Γεγονός Βιωσιμότητας ( Viability Event) : Γεγονός Βιωσιμότητας ορίζεται οποτεδήποτε (i) η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κρίνει ότι η υποχρεωτική μετατροπή των ΜΑΕΚ και άλλων αξιών, που με βάση τους όρους τους δυνατόν να μετατραπούν σε συνήθεις μετοχές σε Γεγονός Βιωσιμότητας, είναι αναγκαία για βελτίωση της κεφαλαιακής επάρκειας της Τράπεζας και θα συμβάλει στη διατήρηση της φερεγγυότητας της Τράπεζας και/ή ( ii ) η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κρίνει ότι η Τράπεζα θα χρειαστεί έκτακτη κρατική βοήθεια για ( α ) τη διατήρηση της φερεγγυότητάς της ή ( β ) αποφυγή του ενδεχομένου πτώχευσής της ή ( γ ) δεν είναι σε θέση να αποπληρώσει σημαντικό μέρος των υποχρεώσεών της ή ( iii ) σε άλλες παρόμοιες καταστάσεις. Τιμή Υποχρεωτικής Μετατροπής : Τα ΜΑΕΚ θα μετατραπούν υποχρεωτικά σε τέτοιο αριθμό Συνήθων Μετοχών που θα καθορίζεται διαιρώντας την ονομαστική αξία των ΜΑΕΚ με το ψηλότερο της Κατώτατης Τιμής ( Floor Price ) και της ισχύουσας Τιμής Υποχρεωτικής Μετατροπής κατά τη σχετική Ημερομηνία Υποχρεωτικής Μετατροπής. Τιμή Υποχρεωτικής Μετατροπής σε οποιαδήποτε στιγμή σε Συνήθεις Μετοχές της Εταιρίας είναι εισηγμένες προς διαπραγμάτευση σε αναγνωρισμένο χρηματιστήριο ορίζεται το χαμηλότερο από ( i ) την ανώτατη τιμή των € 3,30 ( και οποιεσδήποτε μετέπειτα τυχόν συνήθεις αναπροσαρμογές για εταιρικές πράξεις), και ( ii ) το 80% της μεσοσταθμικής τιμής διαπραγμάτευσης της μετοχής των πέντε εργάσιμων ημερών που προηγούνται της Ειδοποίησης για Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου ή Γεγονός Βιωσιμότητας. Κατώτατη Τιμή ( Floor Price ) ορίζεται η ονομαστική αξία ανά Συνήθη Μετοχή ( που κατά την ημερομηνία έκδοσης είναι € 1 ) ... Παράγοντες Κινδύνου : Η δυνατότητα της Τράπεζας να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της ως πηγάζουν από τα ΜΑΕΚ υπόκειται σε σειρά κινδύνων. Οι Παράγοντες Κινδύνου περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, κίνδυνους ρευστότητας, κίνδυνους αγοράς, ως επίσης και πιστωτικούς, λειτουργικούς, ρυθμιστικούς και νομικούς κινδύνους. Επιπρόσθετα, υπάρχουν κίνδυνοι οι οποίοι είναι ουσιώδεις στην αξιολόγηση των κινδύνων σε σχέση με τα ΜΑΕΚ. Οι κίνδυνοι αυτοί περιλαμβάνουν, αλλά δεν περιορίζονται, το γεγονός ότι τα ΜΑΕΚ δυνατόν να μην είναι κατάλληλη επένδυση για όλους τους επενδυτές καθώς και συγκεκριμένοι κίνδυνοι που αφορούν τους όρους έκδοσής τους, περιλαμβανομένων της υποχρεωτικής μετατροπής σε μετοχές έπειτα από Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου και Γεγονός Βιωσιμότητας αλλά και άλλους κινδύνους αγοράς, ως περιγράφονται με μεγαλύτερη λεπτομέρεια στο Τμήμα II, Μέρος Α του παρόντος Ενημερωτικού Δελτίου. Προορισμός Προϊόντος Έκδοσης : Το καθαρό προϊόν από την έκδοση των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου θα ενισχύσει την Τράπεζα με επιπρόσθετο πρωτοβάθμιο κεφάλαιο βοηθώντας στη διατήρηση ισχυρών και ανταγωνιστικών δεικτών κεφαλαιακής επάρκειας ... Εισαγωγή και Διαπραγμάτευση : Τα ΜΑΕΚ θα εισαχθούν και θα διαπραγματεύονται στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και στο Χρηματιστήριο Αθηνών, εφόσον ληφθούν οι σχετικές εγκρίσεις από τις αρμόδιες αρχές ». Στο Μέρος Α` του Τμήματος II του εν λόγω Ενημερωτικού Δελτίου αναφέρεται σχετικώς με τους κινδύνους της επενδύσεως ότι « Η επένδυση στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου και σε μετοχές της Τράπεζας Κύπρου υπόκειται σε μια σειρά κινδύνων. Μαζί με τις λοιπές πληροφορίες που περιέχονται ή ενσωματώνονται μέσω παραπομπής στο παρόν Ενημερωτικό Δελτίο, οι δυνητικοί επενδυτές θα πρέπει να εξετάσουν προσεκτικά τους κινδύνους που περιγράφονται στο παρόν Ενημερωτικό Δελτίο, πριν επενδύσουν στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου που περιλαμβάνουν την επιλογή ή/και υποχρεωτική μετατροπή τους σε μετοχές και ως εκ τούτου σε μετοχές της Εταιρίας. Εάν επέλθει οποιοδήποτε από τα γεγονότα που περιγράφονται παρακάτω, το Συγκρότημα, η χρηματοοικονομική θέση του ή τα αποτελέσματα της λειτουργίας του ενδέχεται να επηρεαστούν δυσμενώς και ουσιωδώς και, ανάλογα, μπορεί να σημειωθεί πτώση στην αξία και την τιμή πώλησης των μετοχών της Εταιρίας, οδηγώντας σε απώλεια του συνόλου ή μέρους οποιοσδήποτε επένδυσης σε αυτές. Επιπρόσθετα, οι κίνδυνοι και οι αβεβαιότητες που περιγράφονται παρακάτω μπορεί να μην είναι οι μόνοι που ενδεχομένως να αντιμετωπίσει το Συγκρότημα. Πρόσθετοι κίνδυνοι και αβεβαιότητες που επί του παρόντος δεν είναι γνωστοί ή που δεν θεωρούνται ουσιώδεις, μπορεί να επιδράσουν δυσμενώς τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του Συγκροτήματος », ακολούθως περιγράφονται οι σχετιζόμενοι με τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του Συγκροτήματος της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας κίνδυνοι ( κίνδυνος από τις επικρατούσες στην Κύπρο και στο εξωτερικό οικονομικές συνθήκες, κίνδυνος από τις διακυμάνσεις της αγοράς, κίνδυνος επιτοκίων, κίνδυνος από τις μεταβολές στις τρέχουσες τιμές μετοχών και άλλων αξιών, συναλλαγματικός κίνδυνος, κίνδυνος σχετικώς με τους δανειζoμένους και την πιστωτική ικανότητα των αντισυμβαλλομένων της Τράπεζας, κίνδυνος μεταβολών των συνθηκών της αγοράς με συνέπεια αρνητικές αναπροσαρμογές στην εύλογη αξία των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων του Συγκροτήματος, κίνδυνος ρευστότητας, κίνδυνος μη ικανοποιητικής κεφαλαιακής επάρκειας για κάλυψη των ελάχιστων εποπτικών απαιτήσεων, εποπτικός κίνδυνος, κίνδυνος αστοχίας ή αποτυχίας των εσωτερικών διαδικασιών και λειτουργιών του Συγκροτήματος, κίνδυνος σχετιζόμενος με τις δραστηριότητες του Συγκροτήματος στην Ελλάδα, κίνδυνος σχετιζόμενος με τις δραστηριότητες του Συγκροτήματος στη Ρωσία, κίνδυνος σχετικός με τις πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις στην Κύπρο, κίνδυνος μεταβολής του σχετικού ρυθμιστικού ή νομικού πλαισίου, νομικός κίνδυνος, φορολογικός κίνδυνος, κίνδυνος εκθέσεως σε ιδιαιτέρως ανταγωνιστικό περιβάλλον, κίνδυνος απώλειας ανωτέρων διευθυντικών στελεχών και άλλου προσωπικού, ασφαλιστικός κίνδυνος, κίνδυνος διακοπής ή παραβιάσεως των συστημάτων πληροφορικής του Συγκροτήματος, κίνδυνος γενέσεως προσθέτων υποχρεώσεων για ωφελήματα αφυπηρετήσεως προσωπικού ). Περαιτέρω, καθ’ όσον αφορά στους κινδύνους, οι οποίοι σχετίζονται με την εν λόγω έκδοση Μ.Α.Ε.Κ., ρητώς αναφέρεται ( υπό τον τίτλο « Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου αποτελούν μια νέα μορφή επένδυσης και δυνατόν να μην είναι κατάλληλα για όλους τους επενδυτές » ) ότι « Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου αποτελούν μια νέα μορφή επένδυσης και δυνατόν να μην είναι κατάλληλα για όλους τους επενδυτές. Κατά συνέπεια, μια επένδυση στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου και τις μετοχές της Τράπεζας ( στις οποίες είναι μετατρέψιμα ) εμπεριέχει αυξανόμενους και εσωτερικούς κινδύνους. Κάθε πιθανός επενδυτής στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου πρέπει να καθορίσει την καταλληλότητα μιας τέτοιας επένδυσης λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις του. Συγκεκριμένα κάθε πιθανός επενδυτής πρέπει : ί. να κατέχει τις κατάλληλες γνώσεις έτσι ώστε να είναι σε θέση να αξιολογήσει τα οφέλη και τους κινδύνους μιας επένδυσης στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου όπως και των πληροφοριών που περιλαμβάνονται ή ενσωματώνονται στο παρόν Ενημερωτικό Δελτίο. ii. να έχει πρόσβαση, τις κατάλληλες γνώσεις και τα κατάλληλα αναλυτικά εργαλεία έτσι ώστε να είναι σε θέση να αξιολογήσει, στα πλαίσια της δικής του οικονομικής κατάστασης, μια πιθανή επένδυση στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου και τον αντίκτυπο στο γενικό του επενδυτικό χαρτοφυλάκιο που δυνατό να έχει η επένδυσή του στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου. iii. να έχει ικανοποιητικούς οικονομικούς πόρους και ρευστότητα για να αναλάβει τους κινδύνους επένδυσης στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου συμπεριλαμβανομένων των κινδύνων σε περίπτωση που το νόμισμα για την αποπληρωμή του κεφαλαίου ή των τόκων είναι διαφορετικό από το νόμισμα του επενδυτή, ίν. να κατανοήσει με λεπτομέρεια τους όρους έκδοσης των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου και ιδιαίτερα αλλά όχι μόνο τους όρους που αφορούν την Ακύρωση Τόκου, την Αναγκαστική Μετατροπή σε μετοχές, το Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου και το Γεγονός Βιωσιμότητας και να κατανοεί τη λειτουργία των σχετικών με την έκδοση κεφαλαιαγορών όπως και την πιθανότητα να υπάρξει Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου και Γεγονός Βιωσιμότητας, ν. να αναγνωρίσει ότι υπάρχει περίπτωση να μην καταφέρει να πωλήσει ή να μεταφέρει τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου για σημαντικό χρονικό διάστημα ή και καθόλου, νϊ. να είναι σε θέση να αξιολογήσει (είτε μόνος είτε με τη βοήθεια ενός οικονομικού συμβούλου) τα πιθανά σενάρια όσον αφορά την οικονομία, το επιτόκιο και άλλους παράγοντες που μπορούν να έχουν επιπτώσεις στην επένδυσή του, τη μετατροπή των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου σε μετοχές, και τη δυνατότητά του να αναλάβει τους κινδύνους που απορρέουν. Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου είναι νέα χρηματοοικονομικά μέσα. Ένας πιθανός επενδυτής δεν πρέπει να επενδύσει στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου εκτός αν κατέχει τη γνώση και την εμπειρία ( είτε από μόνος του είτε με έναν οικονομικό σύμβουλο) για να αξιολογήσει την απόδοση των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου στις μεταβαλλόμενες συνθήκες αγοράς, τα αποτελέσματα που θα προκύψουν από την πιθανότητα μετατροπής τους, την αξία τους και την επίδραση που αυτή η επένδυση θα έχει στο γενικό τους επενδυτικό χαρτοφυλάκιο. Πριν από τη λήψη μιας απόφασης για επένδυση, οι πιθανοί επενδυτές πρέπει να εξετάσουν προσεκτικά, λαμβάνοντας υπόψη τις οικονομικές περιστάσεις και τους στόχους της επένδυσής τους και όλες τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στο παρόν ενημερωτικό δελτίο ». Στο Μέρος Α` του Τμήματος II του εν λόγω Ενημερωτικού Δελτίου μεταξύ άλλων αναφέρεται επίσης : α ) ( υπό τον γενικό τίτλο « Οι Κάτοχοι είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένοι στον κίνδυνο διακύμανσης στην αξία των μετοχών της Τράπεζας » ) ότι : « Σε περίπτωση πραγματοποίησης Γεγονότος Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου ή Γεγονότος Βιωσιμότητας τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου θα μετατραπούν υποχρεωτικά σε μετοχές ... », β ) ( υπό τον γενικό τίτλο « Προαιρετική βάση » ) ότι : « Η Τράπεζα μπορεί κατά την κρίση της να ακυρώσει οποιαδήποτε πληρωμή τόκου υπό τους περιορισμούς που περιγράφονται Μέρος Β, Όρο 5 “Συνεπακόλουθοι Περιορισμοί Μερίσματος και Κεφαλαίου”. Πριν από την ημερομηνία οποιασδήποτε Πληρωμής Τόκου, η Τράπεζα, κατά την κρίση της, αν διαπιστώσει ότι δεν τηρεί την σχετική Κεφαλαιακή Επάρκεια, όπως αυτή ορίζεται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ή ότι η Πληρωμή Τόκου θα έχει ως αποτέλεσμα η Τράπεζα να παύσει να ικανοποιεί την προαναφερόμενη Κεφαλαιακή Επάρκεια, τότε η Τράπεζα έχει τη δυνατότητα να ακυρώσει την Πληρωμή τέτοιων Τόκων σε μη σωρευτική βάση, στα πλαίσια όμως των “Συνεπακόλουθων Περιορισμών Μερίσματος και Κεφαλαίου” ως περιγράφεται στο Τμήμα II, Μέρος Β/ΙΙ στον Όρο 5. Περαιτέρω, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δύναται, και στη βάση αξιολόγησης της οικονομικής κατάστασης και της φερεγγυότητας της Τράπεζας για τα επόμενα τρία χρόνια, να απαιτήσει την ακύρωση πληρωμής τόκου ή κεφαλαίου. Η πληρωμή τόκων προς τους κατόχους Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου θα γίνεται πάντοτε σε μετρητά », γ ) ( υπό τον τίτλο « Αξίες Αόριστης Διάρκειας χωρίς οποιαδήποτε νομική ημερομηνία λήξης » ) ότι «Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου είναι αξίες αόριστης διάρκειας χωρίς ημερομηνία λήξης και γι’ αυτό το λόγο οι επενδυτές θα λάβουν το κεφάλαιο επένδυσής τους μόνο στην περίπτωση που η Τράπεζα επιλέξει να τα εξαγοράσει με την προηγούμενη έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου », δ ) ( υπό το γενικό τίτλο « Η Τράπεζα έχει το δικαίωμα αλλά όχι την υποχρέωση εξαγοράς [Redemption] και Αγοράς των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου » ) ότι « Η Τράπεζα δεν έχει καμία υποχρέωση εξαγοράς ή αγοράς των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου σε οποιοδήποτε χρονικό διάστημα και οι Κάτοχοι δεν έχουν οποιοδήποτε δικαίωμα απαίτησης της εξαγοράς ή αγοράς από την Τράπεζα. Η Τράπεζα όμως έχει την επιλογή με την προηγούμενη έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, να εξαγοράσει ολόκληρο το ποσό των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου στην ονομαστική τους αξία μαζί με οποιουσδήποτε δεδουλευμένους τόκους στις 30 Ιουνίου 2016, ή σε οποιαδήποτε Ημερομηνία Πληρωμής Τόκου που έπεται και υπό την προϋπόθεση ότι θα αντικατασταθούν με Πρωτοβάθμιο Κεφάλαιο ... », ε) ( υπό τον γενικό τίτλο « Καθεστώς Εξασφάλισης και Προτεραιότητα Κατάταξης σε περίπτωση διάλυσης » ) ότι « ... εάν η Τράπεζα τελεί υπό διάλυση ή εκκαθάριση, ο εκκαθαριστής θα ικανοποιήσει πρώτα όλες τις αξιώσεις των καταθετών ή άλλων πιστωτών των οποίων οι αξιώσεις δεν είναι ελάσσονος προτεραιότητας ως προς τις αξιώσεις των καταθετών και πιστωτών των οποίων οι αξιώσεις είναι ελάσσονος προτεραιότητας (subordinated) πλην εκείνων των οποίων οι αξιώσεις είναι ίσης προτεραιότητας (rank pari passu) με τις αξιώσεις των κατόχων Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου. Σε περίπτωση που η Τράπεζα δεν έχει ικανοποιητικά περιουσιακά στοιχεία για τον πλήρη διακανονισμό των αξιώσεων που δεν είναι ελάσσονος προτεραιότητας, τότε οι αξιώσεις των Κατόχων των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου δύνανται να χάσουν το σύνολο ή μέρος της επένδυσής τους. Επιπλέον, εάν τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου μετατραπούν σε Συνήθεις Μετοχές μετά από την πραγματοποίηση Γεγονότος Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου ή Γεγονότος Βιωσιμότητας, κάθε Κάτοχος θα υποστεί περαιτέρω μείωση της προτεραιότητας των δικαιωμάτων και αξιώσεών του λόγω της μετατροπής της επένδυσής του σε Συνήθεις Μετοχές και υπάρχει κίνδυνος οι μέτοχοι να χάσουν μέρος ή ολόκληρη την επένδυσή τους » και στ ) ( υπό τον τίτλο «Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου κατατάσσονται ως Πρωτοβάθμιο Κεφάλαιο [Tier 1 capital] » ) ότι « Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου κατατάσσονται ως πρωτοβάθμιο Κεφάλαιο (Tier 1 capital) και πιθανοί επενδυτές θα πρέπει να εξετάσουν προσεκτικά τα χαρακτηριστικά τους που αφορούν μεταξύ άλλων και την προτεραιότητα κατάταξης, το καθεστώς εξασφάλισής τους και την αόριστη διάρκειά τους ». Τέλος, στο αυτό Τμήμα του εν λόγω Ενημερωτικού Δελτίου επισημαίνεται ( υπό τον γενικό τίτλο « ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΑΤΟΧΟΥΣ ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΩΝ ΧΡΕΟΓΡΑΦΩΝ 2013/18, ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΩΝ ΑΞΙΟΓΡΑΦΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΚΑΙ ΑΞΙΟΓΡΑΦΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΣΕΙΡΑ Γ (12/2007) ΠΟΥ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΕΠΙΛΕΞΟΥΝ ΤΗΝ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΣΕ ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΑ ΑΞΙΟΓΡΑΦΑ ΕΝΙΣΧΥΜΕΝΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ») ότι: « Οι κάτοχοι των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/2018, Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου και Αξιογράφων Κεφαλαίου 12/2007 της Τράπεζας, πριν τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης για συμμετοχή στην έκδοση των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου μέσω της πιθανής ανταλλαγής των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/2018, Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου και Αξιογράφων Κεφαλαίου 12/2007 της Τράπεζας που ήδη κατέχουν θα πρέπει να μελετήσουν προσεκτικά, λαμβάνοντας υπόψη τη δική τους οικονομική κατάσταση, τους επενδυτικούς στόχους και ορίζοντες και τις πληροφορίες που περιέχονται στο παρόν Ενημερωτικό Δελτίο και ιδιαίτερα τους κινδύνους που περιγράφονται πιο κάτω και αφορούν τη νέα έκδοση και το ενδεχόμενο ανταλλαγής ... Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου παρουσιάζουν ουσιαστικές διαφορές από τα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/2018, τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου και τα Αξιόγραφα Κεφαλαίου 12/2007. Τα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/2018 (τα οποία κατατάσσονται ως δευτεροβάθμιο κεφάλαιο (Tier 2 capital) της Τράπεζας ) έχουν ουσιαστικές διαφορές από τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου ( τα οποία κατατάσσονται ως πρωτοβάθμιο κεφάλαιο (Tier 1 capital) της Τράπεζας ). Οι Κάτοχοι Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/2018, Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου και Αξιογράφων Κεφαλαίου 12/2007 θα πρέπει να εξετάσουν τις διαφορές μεταξύ των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2103/2018, Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου και Αξιογράφων Κεφαλαίου 12/2007 και των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου οι οποίες περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την προτεραιότητά κατάταξης και το καθεστώς εξασφάλισής τους, τη διάρκειά τους, το επιτόκιο, την εξαγορά και τη δυνατότητα μετατροπής σε μετοχές της Τράπεζας εφόσον υφίσταται καθώς και της υποχρεωτικής μετατροπής σε συνήθεις μετοχές σε περίπτωση που επισυμβεί Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου ή Γεγονός Βιωσιμότητας. Οι πλήρεις όροι των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου παρουσιάζονται στο Μέρος Β του παρόντος Ενημερωτικού Δελτίου ... », ότι ( υπό τον τίτλο « Αβεβαιότητα ως προς τη ρευστότητα κατά τη διαπραγμάτευση των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου » ): « Η Τράπεζα δεν σκοπεύει να υποβάλει αίτηση για εισαγωγή προς διαπραγμάτευση των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου σε οποιαδήποτε ρυθμισμένη αγορά εκτός από την αγορά του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου και του Χρηματιστηρίου Αξιών. Τα νέα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου είναι τίτλοι για τους οποίους δεν υπάρχουν συναλλαγές σε καμία αγορά και δεν μπορεί να υπάρξει καμία διαβεβαίωση μελλοντικής ρευστότητας στις αγορές που αναμένεται να εισαχθούν », ως και ( υπό τον τίτλο « Οι κάτοχοι των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/18, Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου και Αξιογράφων Κεφαλαίου 12/2007 οφείλουν να συμβουλευθούν τους οικονομικούς, φορολογικούς και νομικούς τους συμβούλους » ) ότι: « Οι κάτοχοι των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/2018, Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου και Αξιογράφων Κεφαλαίου 12/2007 οφείλουν να συμβουλευθούν τους οικονομικούς, φορολογικούς και νομικούς τους συμβούλους σχετικά με την καταλληλότητα τυχόν ανταλλαγής ή μη της επένδυσής τους και των τυχόν συνεπειών στη φορολογική τους θέση και τις λογιστικές ή οικονομικές συνέπειες τυχόν επένδυσης στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου. Η σχετική αναλογία ανταλλαγής ( στη βάση της ονομαστικής τους αξίας ) μπορεί κατά την εισαγωγή των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου στα δύο χρηματιστήρια να μην απεικονίζει την τιμή και σχετική σχέση στην τιμή διαπραγμάτευσης των αντίστοιχων κινητών αξιών », τέλος δε αναφορικώς με παράγοντες κινδύνου, σχετιζομένους με τις μετοχές, ρητώς αναφέρεται ότι τα Χρηματιστήρια Αξιών Αθηνών και Κύπρου έχουν χαμηλή ρευστότητα και παρουσιάζουν εντονότερες διακυμάνσεις από άλλα χρηματιστήρια της Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, με συνέπεια τη δημιουργία σοβαρού ενδεχομένου δυσμενούς επηρεασμού της τιμής της μετοχής της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας. Περαιτέρω, η επιδείνωση των οικονομικών μεγεθών της Ελληνικής Δημοκρατίας ιδίως μετά το έτος 2009 και η συνεπεία αυτής υποβάθμιση των Ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου (εφεξής χάριν συντομίας : Ο.Ε.Δ.) και εντεύθεν της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας επηρέασε δυσμενώς τη θέση της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, η οποία, παρά το γεγονός ότι τελούσε σε γνώση της ραγδαίας επιδεινώσεως των στοιχείων της ελληνικής οικονομίας, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ μηνός Δεκεμβρίου του έτους 2009 και μηνός Απριλίου έτους 2010 αύξησε την έκθεσή της σε Ο.Ε.Δ. μέχρι του ποσού των δύο δισεκατομμυρίων τετρακοσίων εκατομμυρίων ΕΥΡΩ (2.400.000.000 €), περαιτέρω δε δεν έλαβε μέτρα περιορισμού του κινδύνου αυτού (είτε με πώληση Ο.Ε.Δ. είτε με αγορά Συμβολαίων Ανταλλαγής Πιστωτικής Αθετήσεως - Credit Default Swaps [CDS]). Η συνεχής δε επιδείνωση των μεγεθών της ελληνικής οικονομίας επέφερε εν τέλει καίριο πλήγμα στη κεφαλαιακή επάρκεια της - εκτεθειμένης σε υπερβολικό βαθμό σε Ο.Ε.Δ. - εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας. Ωστόσο, επιχείρησε την προώθηση προς το επενδυτικό κοινό μέσω του δικτύου υποκαταστημάτων της στην Ελλάδα και την Κύπρο σύνθετων επενδυτικών προϊόντων ( προεχόντως των Μ.Α.Ε.Κ. ), τα οποία έφεραν τα ανωτέρω περιγραφόμενα στο σκεπτικό χαρακτηριστικά, με προφανή σκοπό την απορρόφηση του μείζονος μέρους των απωλειών αυτών, εν αγνοία και με παραπλάνηση των υποψηφίων επενδυτών ως προς την πραγματική οικονομική της κατάσταση και το βαθμό ασφαλείας της επενδύσεώς τους, όπως κατωτέρω θα εκτεθεί. Στο πλαίσιο αυτό, η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία την 15.6.2012 αποφάσισε, αναφορικώς με τα Μ.Α.Κ. και τα Μ.Α.Ε.Κ., την ενεργοποίηση του όρου περί υποχρεωτικής ακυρώσεως πληρωμής τόκου για την περίοδο από 31.12.2011 έως 29.6.2012, το αυτό δε έπραξε την 18.12.2012 και για την περίοδο από 30.6.2012 έως 30.12.2012. Την 30.6.2012 η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία παρουσίασε έλλειμμα (οφειλόμενο εν πολλοίς στο ελληνικό πρόγραμμα PSI αναφορικώς με τα Ο.Ε.Δ.) και συμφώνησε με τους πιστωτές της τη χρηματοδότηση αυτής με το ποσόν των δέκα δισεκατομμυρίων ΕΥΡΩ (10.000.000.000 €), ενώ την 15.3.2012 είχε ήδη αντλήσει από το Ευρωσύστημα (E.L.A.) το ποσόν του ενός δισεκατομμυρίου ΕΥΡΩ (1.000.000.000 €). Ωστόσο, την 15.3.2013 το Συμβούλιο των Υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης (Eurogroup) αποφάσισε τη μη χρηματοδότηση της ανακεφαλαιοποιήσεως των δύο μεγάλων κυπριακών τραπεζών, ήτοι της εκκαλούσας τραπεζικής εταιρίας και της .....Τράπεζας, με την αυτή δε απόφαση του Eurogroup μεταβιβάσθηκε στην εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία η υποχρέωση της ……. Τράπεζας προς τον E.L.A. Έτσι, την 26.3.2013 η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία τέθηκε υπό καθεστώς ειδικής εκκαθαρίσεως δυνάμει του « Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου (17) 2013 », στα πρότυπα της « Πρότασης Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου του 2012 για την εξυγίανση των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων » και βάσει της « Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου αριθμ. 2001/24/ΕΚ της 4ης Απριλίου 2001 “ Για την εξυγίανση και την εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων ’’ » και του « Περί Τραπεζικών Εργασιών (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου του 2004 », με τον οποίο ενσωματώθηκε στην κυπριακή έννομη τάξη η ως άνω Οδηγία και επιβλήθηκε το πρώτον η διάσωση των τραπεζικών ιδρυμάτων με ίδια μέσα (bail - in), δηλαδή με «κούρεμα» καταθέσεων και μετοχοποίηση ομολόγων. Εν τέλει, με τα υπ’ αριθ. 103/29.3.2013 και 278/30.7.2013 Διατάγματα ( Κανονιστικές Διοικητικές Πράξεις ) του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, υπό την ιδιότητα της τελευταίας ως Αρχή Εξυγιάνσεως κατά τους ορισμούς των άρθρων 5(1 ), 5 ( 7 ), 5 ( 12 ) ( α ), 7 ( 1 ) και 12 του « Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων » Νόμου του 2013, τα Μ.Α.Ε.Κ. μετετράπησαν σε Μετοχές Δ` Τάξεως με τιμή μετατροπής ένα ΕΥΡΩ ( 1 € ), δηλαδή στην ονομαστική τους αξία, και με ονομαστική αξία εκάστης μετοχής στο ένα ΕΥΡΩ (1 €) για κάθε ΕΥΡΩ των ως άνω χρεών της Τράπεζας. Εν συνεχεία, επήλθε μείωση της ονομαστικής αξίας των Μετοχών Δ` Τάξεως από 1 € σε 0,01 € δι΄ εκάστη μετοχή, επί σκοπώ διαγραφής των συσσωρευμένων ζημιών της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας. Κάθε εκατό (100) &    μετατραπείσες σε συνήθεις μετοχές αξίας 0,01 € δι’ εκάστη μετοχή, οι οποίες ήταν εγγεγραμμένες στον ίδιο μέτοχο, ενώθηκαν σε μια (νέα) συνήθη μετοχή, αξίας ενός ΕΥΡΩ (1 €) εκάστης. Οι μη ενοποιημένες μετοχές ( λ.χ. αριθμός μετοχών ελάσσων των 100 ) ακυρώθηκαν και το ποσόν της ονομαστικής αξίας των ακυρωθεισών μετοχών χρησιμοποιήθηκε για τη διαγραφή των συσσωρευμένων ζημιών της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, εφεξής δε όλες οι μετοχές αποτελούσαν ενιαία τάξη, παρέχουσες δικαίωμα ψήφου και απολήψεως μερίσματος στους μετόχους. Την 4.1.2017 η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία εξέδωσε ανακοίνωση με τίτλο « Αναστολή διαπραγμάτευσης των Υφιστάμενων Μετοχών της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρίας Λτδ », με την οποία γνωστοποίησε στο επενδυτικό κοινό ότι η ( εντασσομένη στο σχέδιο εξυγιάνσεώς της) αναστολή της διαπραγματεύσεως της μετοχής της στα Χρηματιστήρια Αξιών Αθηνών και Κύπρου θα αρχίσει από 10.1.2017, ως και ότι η διαπραγμάτευση των νέων μετοχών της θα άρχιζε, υπό την αίρεση της λήψεως των σχετικών εγκρίσεων, στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και στο L.S.E. ( όχι στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών ) από 19.1.2017.

 Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι: 1 ) Ο πρώτος ενάγων τον Ιούλιο του έτους 2008 ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά από τον διευθυντή του υποκαταστήματος …………, προστηθέντα υπάλληλο της εναγομένης, ....................., προκειμένου να τοποθετήσει το κεφάλαιο της προθεσμιακής του κατάθεσης, που έληγε, σε MX. Πράγματι, κατόπιν της ανωτέρω προτροπής, αυτός αγόρασε, στις 23-07-2008, το εν λόγω προϊόν, συνολικής αξίας 60.000 ευρώ, ενώ τον Μάιο του 2009 κατόπιν νέας τηλεφωνικής ειδοποίησης από τον άνω υπάλληλο, αντάλλαξε τα MX με ΜΑΚ, αξίας 66.000 ευρώ ( συμπληρώνοντας το επιπλέον ποσό των 6.000 ευρώ σε σχέση με το αρχικό κεφάλαιο ), υπογράφοντας σε αμφότερες τις περιπτώσεις τις αντίστοιχες αιτήσεις εγγραφής, τις οποίες είχε ήδη συμπληρώσει, κατ` εντολή του ως άνω διευθυντή, έτερη υπάλληλος του υποκαταστήματος, ονόματι ................. Τον Απρίλιο του 2009, ο πρώτος των εναγόντων κατέστησε συνδικαιούχους των ΜΑΚ και τα λοιπά μέλη της οικογένειάς του, δεύτερη και τρίτο αυτών. Εν συνεχεία, περί τις αρχές Μαΐου 2011, κατόπιν και πάλι τηλεφωνικής ειδοποίησης από τον άνω διευθυντή του υποκαταστήματος, ο πρώτος ενάγων ενεργώντας ατομικά και για λογαριασμό των λοιπών συνδικαιούχων, αφού πείσθηκε από τις διαβεβαιώσεις και τις προτροπές του, αντάλλαξε τα ήδη ανήκοντα σε αυτούς ΜΑΚ ( αξίας 66.000 ευρώ ) σε ΜΑΕΚ και κατέβαλλε επιπλέον ποσό ύψους 74.000 ευρώ, καθιστώντας άπαντες συνδικαιούχους του εν λόγω τελικού προϊόντος, αξίας 140.000 ευρώ, υπογράφοντας σχετικά μόνον την από 6-5-2011 ανέκκλητη αίτηση εγγραφής αδιάθετων Μ.Α.Ε.Κ, που είχε και πάλι συμπληρώσει νωρίτερα η άνω υπάλληλος της εναγόμενης. Ακολούθως, με την ίδια διαδικασία και κατόπιν προτροπής του προαναφερομένου διευθυντή, ο πρώτος ενάγων αγόρασε επιπλέον ΜΑΕΚ δολαριακής έκδοσης, καταβάλλοντας 33.500 USD ( 23.122,58 ευρώ ), υπογράφοντας την από 17-5-2011 ανέκκλητη αίτηση εγγραφής. Συνεπώς, οι ενάγοντες για την αγορά των επίμαχων ΜΑΕΚ κατέβαλαν συνολικά 163.122,58 ευρώ ( 66.000 ευρώ +    74.000 ευρώ + 23.122,58 ευρώ ). Ωστόσο, κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2012 έλαβε χώρα η υποχρεωτική ακύρωση τόκων και ακολούθησε η υποχρεωτική μετατροπή του συνόλου των Μ.Α.Ε.Κ. σε συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα ανωτέρω στο σκεπτικό, με συνέπεια, στην προκειμένη περίπτωση, το επενδυθέν κεφάλαιο των εναγόντων να μετατραπεί αναγκαστικώς και μονομερώς σε 1.660 ( νέες ) συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, ονομαστικής αξίας εκάστης 1 €, όπως η τελευταία συνομολογεί και δεν αμφισβητεί ειδικώς, οι μετοχές δε αυτές είχαν μηδενική πραγματική ( χρηματιστηριακή ) αξία και εν τέλει ανεστάλη η διαπραγμάτευσή τους στα Χρηματιστήρια Αξιών Αθηνών και Κύπρου, κατά τα προεκτιθέμενα, 2 ) η τέταρτη ενάγουσα, τον Ιούλιο του έτους 2008 ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά από την υποδιευθύντρια του υποκαταστήματος ............ Αττικής, προστηθείσα υπάλληλο της εναγομένης, ……., προκειμένου να αγοράσει MX, μέσω της προθεσμιακής της κατάθεσης και μάλιστα, δίχως την επιβολή ποινής πρόωρης εξόφλησης ( για το « σπάσιμο » της προθεσμιακής κατάθεσης ). Πράγματι, κατόπιν της ανωτέρω προτροπής, η ενάγουσα αγόρασε, στις 5-8-2008, MX συνολικής αξίας 1.500.000 ευρώ. Περί τα τέλη Μαΐου 2009, η άνω υποδιευθύντρια τηλεφώνησε και πάλι στην τέταρτη ενάγουσα, προκειμένου να ανταλλάξει το άνω προϊόν σε ΜΑΚ. Πεισθείσα δε αυτή στις προτροπές της εν λόγω προστηθείσας, πράγματι μετέτρεψε τα MX αξίας 1.000.000 ευρώ, που ήδη κατείχε, σε ΜΑΚ συνολικής αξίας 1.000.000 ευρώ, υπογράφοντας την από 27-5-2009 ανέκκλητη αίτηση εγγραφής, την οποία είχε ήδη συμπληρώσει, κατ` εντολή της ως άνω υποδιευθύντριας, έτερος υπάλληλος του υποκαταστήματος, ονόματι ...............Ακολούθως, η τέταρτη ενάγουσα, μετά από νέα τηλεφωνική πρόσκληση, τον Μάιο του 2011, εκ μέρους της άνω προστηθείσας υπαλλήλου της εναγομένης ...................., αφού μετέτρεψε τα ήδη ανήκοντα σε αυτήν MX ( 1.000.000 ευρώ ) σε ΜΑΕΚ, όμοιας αξίας, αγόρασε επιπλέον προϊόν καταβάλλοντας 22.500 ευρώ, καθώς και ΜΑΕΚ δολαριακής έκδοσης, καταβάλλοντας 80.000 USD ( 55.218,11 ευρώ ), υπογράφοντας εν τέλει την από 9-5-2011 ανέκκλητη αίτηση εγγραφής, υπό την ίδια ως άνω διαδικασία. Συνεπώς, η τέταρτη ενάγουσα κατέβαλε για την αγορά των επίμαχων ΜΑΕΚ συνολικά ( 1.000.000 ευρώ + 22.500 ευρώ + 55.218,11 ευρώ ), καθώς και για την αγορά MX 500.000 ευρώ, εκ των οποίων ζητεί 450.000 ευρώ, ήτοι συνολικά κατέβαλε στην πρώτη εναγομένη 1.527.718,11 ευρώ. Ωστόσο, τον μήνα Μάρτιο του έτους 2012 σε τηλεφωνική επικοινωνία της με την εφεσίβλητη, η προαναφερομένη υπάλληλος, την κάλεσε στο υποκατάστημα και της πρότεινε την εθελοντική ανταλλαγή των Μ.Α.Ε.Κ. με μετοχές της εκκαλούσας τράπεζας. Όταν η εφεσίβλητη αρνήθηκε, την ενημέρωσε ότι η εκκαλούσα τράπεζα είχε υποστεί οικονομική ζημία λόγω του « κουρέματος » των Ελληνικών Ομολόγων, οπότε η προτεινόμενη μετατροπή ήταν « αναγκαία λύση ». Υπό αυτές τις συνθήκες, η εφεσίβλητη πείσθηκε και αντάλλαξε, τότε, ΜΑΕΚ ονομαστικής αξίας 100.000 ευρώ, με 133.000 μετοχές της εκκαλούσας τραπεζικής εταιρίας. Ωστόσο, κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2012 έλαβε χώρα η υποχρεωτική ακύρωση τόκων και ακολούθησε η υποχρεωτική μετατροπή του συνόλου των Μ.Α.Ε.Κ. σε συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα ανωτέρω στο σκεπτικό, με συνέπεια, στην προκειμένη περίπτωση, το επενδυθέν κεφάλαιο να μετατραπεί αναγκαστικώς και μονομερώς σε 14.347 ( νέες ) συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, ονομαστικής αξίας εκάστης 1 €, όπως η τελευταία συνομολογεί και δεν αμφισβητεί ειδικώς, οι μετοχές δε αυτές είχαν πλέον μηδενική πραγματική ( χρηματιστηριακή ) αξία και εν τέλει ανεστάλη η διαπραγμάτευσή τους στα Χρηματιστήρια Αξιών Αθηνών και Κύπρου, κατά τα προεκτιθέμενα, 3 ) ο πέμπτος ενάγων, περί τα τέλη Ιουλίου του 2008 ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά από τον υπάλληλο της εναγομένης του υποκαταστήματος ............. Θεσσαλονίκης, ................, προκειμένου να αγοράσει MX. Πράγματι, κατόπιν της ανωτέρω προτροπής, ο ενάγων αγόρασε 25.000 MX, ( καταβάλλοντας 25.000 ευρώ ), προβαίνοντας στην υπογραφή της από 11-7-2008 αίτησης, την οποία είχε ήδη συμπληρώσει ο άνω υπάλληλος της εναγομένης. Εν συνεχεία, περί τα τέλη Μαΐου 2009, ο άνω προστηθείς της τράπεζας τηλεφώνησε και πάλι στον πέμπτο ενάγοντα, προκειμένου να ανταλλάξει το άνω προϊόν σε ΜΑΚ. Πεισθείς δε αυτός στις προτροπές του, πράγματι μετέτρεψε τα άνω MX σε ΜΑΚ και καταβάλλοντας το επιπλέον ποσό των 50.000 ευρώ από τον λογαριασμό του ταμιευτηρίου, για την αγορά ΜΑΚ αξίας κτήσης 45.886 ευρώ, απέκτησε συνολικά 70.886 ΜΑΚ, υπογράφοντας τις από 1 6-2009 αντίστοιχες αιτήσεις, υπό την ίδια ως άνω διαδικασία. Ακολούθως, ο πέμπτος ενάγων, μετά από νέα τηλεφωνική πρόσκληση, τον Μάιο του 2011, εκ μέρους του άνω προστηθέντος υπαλλήλου της εναγομένης, αφού πείσθηκε από τις διαβεβαιώσεις και τις προτροπές του, μετέτρεψε τα ήδη ανήκοντα σε αυτόν 70.886 ΜΑΚ και αγόρασε επιπλέον ΜΑΕΚ, ονομαστικής αξίας 275.000 ευρώ ( καταβάλλοντας 204.114 ευρώ, από προθεσμιακή του κατάθεση, δίχως μάλιστα να του επιβληθεί ποινή πρόωρης εξόφλησης ), υπογράφοντας αντίστοιχα την από 11-5-2011 αίτηση εγγραφής αδιάθετων ΜΑΕΚ, υπό την ίδια ως άνω διαδικασία. Περαιτέρω δυνάμει της από 15-7-2011 κοινής επενδυτικής μερίδας κατέστη συνδικαιούχος αυτών και έκτη ενάγουσα. Συνεπώς, οι ενάγοντες για την αγορά των επίμαχων ΜΑΕΚ κατέβαλαν συνολικά 275.000 ευρώ ( 25.000 ευρώ + 45.886 + 204.114 ευρώ ). Ωστόσο, τον μήνα Μάρτιο του έτους 2012 σε τηλεφωνική επικοινωνία του με τον εφεσίβλητο, ο προαναφερόμενος υπάλληλος, τον κάλεσε στο υποκατάστημα και πρότεινε την εθελοντική ανταλλαγή των Μ.Α.Ε.Κ. με μετοχές της εκκαλούσας τράπεζας. Όταν ο εφεσίβλητος αρνήθηκε, τον ενημέρωσε ότι η εκκαλούσα τράπεζα είχε υποστεί οικονομική ζημία λόγω του « κουρέματος » των Ελληνικών Ομολόγων. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο εφεσίβλητος συμμετείχε στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εναγομένης, διαθέτοντας 10.324 ευρώ. Ωστόσο, κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2012 έλαβε χώρα η υποχρεωτική ακύρωση τόκων και ακολούθησε η υποχρεωτική μετατροπή του συνόλου των Μ.Α.Ε.Κ. σε συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα ανωτέρω στο σκεπτικό, με συνέπεια, στην προκειμένη περίπτωση, το επενδυθέν κεφάλαιο να μετατραπεί αναγκαστικώς και μονομερώς σε 2.750 ( νέες ) συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, ονομαστικής αξίας εκάστης 1 €, όπως η τελευταία συνομολογεί και δεν αμφισβητεί ειδικώς, οι μετοχές δε αυτές είχαν πλέον μηδενική πραγματική ( χρηματιστηριακή ) αξία και εν τέλει ανεστάλη η διαπραγμάτευσή τους στα Χρηματιστήρια Αξιών Αθηνών και Κύπρου, κατά τα προεκτιθέμενα, 4 ) ο έβδομος ενάγων, τον Ιούλιο του 2008 ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά από τον υπάλληλο της εναγομένης του υποκαταστήματος Κιλκίς, ......................., προκειμένου να αγοράσει MX. Πράγματι, κατόπιν της ανωτέρω προτροπής, ο ενάγων στις 5-8-2008 αγόρασε 5.000 MX, ονομαστικής αξίας 1 ευρώ εκάστου, αξίας 5.000 ευρώ. Εν συνεχεία, περί τα τέλη Μαΐου 2009, η άνω προστηθείς της τράπεζας τηλεφώνησε και πάλι στον ενάγοντα, προκειμένου να ανταλλάξει το άνω προϊόν σε ΜΑΚ. Πεισθείς δε αυτός στις προτροπές του, πράγματι μετέτρεψε τα άνω MX σε ΜΑΚ ίσης αξίας, υπογράφοντας την από 22-5-2009 ανέκκλητη αίτηση εγγραφής. Ακολούθως, ο ενάγων, μετά από νέα τηλεφωνική πρόσκληση, τον Μάιο του 2011, εκ μέρους του άνω προστηθέντος υπαλλήλου της εναγομένης, αφού πείσθηκε από τις διαβεβαιώσεις και τις προτροπές του, υπογράφοντας την από 16-5-2011 αίτηση εγγραφής αδιάθετων ΜΑΕΚ, αγόρασε ΜΑΕΚ ονομαστικής αξίας 30.000 ευρώ, καταβάλλοντας 25.000 ευρώ, καθώς μετέτρεψε τα ήδη ανήκοντα σε αυτόν 5.000 ΜΑΚ σε ΜΑΕΚ. Συνεπώς, ο έβδομος ενάγων για την αγορά των επίμαχων ΜΑΕΚ κατέβαλε συνολικά 30.000 ευρώ ( 5.000 ευρώ + 25.000 ευρώ ). Ωστόσο, τον μήνα Μάρτιο του έτους 2012 σε τηλεφωνική επικοινωνία του με τον εφεσίβλητο, ο διευθυντής του υποκαταστήματος, τον κάλεσε και του πρότεινε την εθελοντική ανταλλαγή των Μ.Α.Ε.Κ. με μετοχές της εκκαλούσας τράπεζας. Όταν ο εφεσίβλητος αρνήθηκε, τον ενημέρωσε ότι η εκκαλούσα τράπεζα είχε υποστεί οικονομική ζημία λόγω του « κουρέματος » των Ελληνικών Ομολόγων, οπότε η προτεινόμενη μετατροπή ήταν « αναγκαία λύση ». Υπό αυτές τις συνθήκες, ο εφεσίβλητος πείσθηκε και αντάλλαξε, τότε, ΜΑΕΚ με 15.000 μετοχές της εκκαλούσας τραπεζικής εταιρίας. Ωστόσο, κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2012 έλαβε χώρα η υποχρεωτική ακύρωση τόκων και ακολούθησε η υποχρεωτική μετατροπή του συνόλου των Μ.Α.Ε.Κ. σε συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα ανωτέρω στο σκεπτικό, με συνέπεια, στην προκειμένη περίπτωση, το επενδυθέν κεφάλαιο να μετατραπεί αναγκαστικώς και μονομερώς σε 350 ( νέες ) συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, ονομαστικής αξίας εκάστης 1 €, όπως η τελευταία συνομολογεί και δεν αμφισβητεί ειδικώς, οι μετοχές δε αυτές είχαν πλέον μηδενική πραγματική ( χρηματιστηριακή ) αξία και εν τέλει ανεστάλη η διαπραγμάτευσή τους στα Χρηματιστήρια Αξιών Αθηνών και Κύπρου, κατά τα προεκτιθέμενα, 5 ) ο όγδοος ενάγων, τον Ιούλιο του 2008 ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά από τον διευθυντή του υποκαταστήματος της εναγομένης .............. Αττικής, ...................., προκειμένου να αγοράσει MX. Πράγματι, κατόπιν της ανωτέρω προτροπής, ο ενάγων αφού υπέγραψε την από 25-7-2008 αίτηση εγγραφής, την οποία είχε ήδη συμπληρώσει κατόπιν εντολής του άνω διευθυντή έτερη υπάλληλος της εναγομένης, ονόματι ............, αγόρασε 15.000 MX, ονομαστικής αξίας 1 ευρώ εκάστου, ήτοι συνολικής αξίας 15.000 ευρώ με χρέωση του εν λόγω ποσού στον υπ` αριθ. ........... λογαριασμό ταμιευτηρίου. Εν συνεχεία, τον Φεβρουάριο του 2009, η άνω προστηθείς της τράπεζας τηλεφώνησε και πάλι στον ενάγοντα και τον παρότρυνε να αγοράσει χρηματιστηριακά, πράγμα που έπραξε, επιπλέον 50.000 MX καταβάλλοντος 40.126,10 ευρώ, προκειμένου, μάλιστα, όπως τον συμβούλευσε ο άνω διευθυντής, να εξασφαλίσει την φερεγγυότητά του, δεδομένου ότι είχε λάβει στο παρελθόν δάνειο από την εναγομένη τράπεζα. Ακολούθως, τον Μάιο του 2009, μετά από τηλεφωνική πρόσκληση εκ μέρους της άνω υπαλλήλου, .........., αφού πείσθηκε από τις διαβεβαιώσεις και τις προτροπές της, μετέτρεψε τα άνω MX που του ανήκαν σε 65.000 ΜΑΚ, υπογράφοντας την από 22-5-2009 ανέκκλητη αίτηση εγγραφής, υπό την ίδια ως άνω διαδικασία. Ακολούθως, ο ενάγων, μετά από νέα τηλεφωνική πρόσκληση, τον Μάιο του 2011, εκ μέρους της άνω προστηθείσας της εναγομένης, αφού πείσθηκε από τις διαβεβαιώσεις και τις προτροπές της τελευταίας, καθώς και του έτερου υπαλλήλου της τράπεζας .............., υπογράφοντας την από 5-5-2011 αίτηση εγγραφής αδιάθετων ΜΑΕΚ, υπό την ίδια ως άνω διαδικασία, μετέτρεψε τα ήδη ανήκοντα σε αυτόν ΜΑΚ σε ΜΑΕΚ, αγόρασε ΜΑΕΚ ονομαστικής αξίας 50.000 ευρώ, καταβάλλοντας το ποσό των 48.675,16 ευρώ, το οποίο προήλθε από προθεσμιακή του κατάθεση ( δίχως μάλιστα την επιβολή ποινής για την πρόωρη λήξη της ). Ολίγες ημέρες αργότερα, κατόπιν προτροπής της πρώτης εναγομένης, κατέβαλε για την αγορά δολαριακών ΜΑΕΚ 16.770 USD ( 11.575,09 ευρώ ) και τέλος, αγόρασε χρηματιστηριακά, πάλι κατόπιν σύστασης και προτροπής εκ μέρους των υπαλλήλων της εναγομένης, στις 10-10-2011, 15.300 ΜΑΕΚ καταβάλλοντας το ποσό των 9.904,54 ευρώ. Στις 27-1-2012, ρευστοποίησε ΜΑΕΚ που του ανήκαν, ονομαστικής αξίας 13.476 ευρώ, λαμβάνοντας το ποσό των 9.747,79 ευρώ, το οποίο συγχρόνως κατέβαλε με το πρόσθετο ποσό των 9.738,22 ευρώ, για την αγορά νέων MX ονομαστικής αξίας 13.476 ευρώ. Συνεπώς, ο όγδοος ενάγων κατέστη τελικώς, κάτοχος MX ονομαστικής αξίας 13.476 ευρώ ( έχοντας διαθέσει 9.738,22 ευρώ ) και ΜΑΕΚ ονομαστικής αξίας ( 65.000 + 50.000 + 15.300 -13.476 = ) 116.824 ευρώ, έχοντας διαθέσει ( 15.000 + 40.126,10 + 48.675,16 + 9.904,54 - 9.747,79 = ) 103.958,01 ευρώ, καθώς και δολαριακών ΜΑΕΚ ονομαστικής αξίας 16.770 USD ( διαθέτοντας 11.575,09 ευρώ ). Ωστόσο, τον μήνα Μάρτιο του έτους 2012 σε τηλεφωνική επικοινωνία της με τον άνω εφεσίβλητο, η προαναφερομένη υπάλληλος ............., κάλεσε αυτόν στο υποκατάστημα, οπότε του πρότεινε την εθελοντική ανταλλαγή των Μ.Α.Ε.Κ. με μετοχές της εκκαλούσας τράπεζας. Όταν ο τελευταίος αρνήθηκε, τον ενημέρωσε ότι η εκκαλούσα τράπεζα είχε υποστεί οικονομική ζημία λόγω του « κουρέματος » των Ελληνικών Ομολόγων, οπότε η προτεινόμενη μετατροπή ήταν « αναγκαία λύση » γι’ αυτόν. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο εφεσίβλητος πείσθηκε και αντάλλαξε, στις 19-3-2012, ΜΑΕΚ ονομαστικής αξίας 116.824 ευρώ, με 155.765 μετοχές της εκκαλούσας τραπεζικής εταιρίας, τμήμα των οποίων στη συνέχεια πώλησε, ήτοι στις 3-9-2012, 26-9-2012 και στις 19-10-2012, εισπράττοντας, αντίστοιχα 1.111,84 ευρώ, 2.385,70 ευρώ και 3.181,12 ευρώ ( ποσό που ήδη έχει αφαιρέσει ο ενάγων, από το αιτούμενο με την αγωγή του ). Συνεπώς, εκ της αγοράς των επίμαχων ομολόγων, η περιουσία του όγδοου ενάγοντος απομειώθηκε σε ( 15.000 + 40.126,10 + 48.675,16 + 9.904,54 + 9.738,22 + 11.575,09 ευρώ -9.747,79 - 1.111,84 - 2.385,70 - 3.181,12 = ) 118.592,66 ευρώ. Ωστόσο, κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2012 έλαβε χώρα η υποχρεωτική ακύρωση τόκων και ακολούθησε η υποχρεωτική μετατροπή του συνόλου των Μ.Α.Ε.Κ. σε συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα ανωτέρω στο σκεπτικό, με συνέπεια, στην προκειμένη περίπτωση, το επενδυθέν κεφάλαιο να μετατραπεί αναγκαστικώς και μονομερώς σε 1.550 ( νέες ) συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, ονομαστικής αξίας εκάστης 1 €, όπως η τελευταία συνομολογεί και δεν αμφισβητεί ειδικώς, οι μετοχές δε αυτές είχαν πλέον μηδενική πραγματική ( χρηματιστηριακή ) αξία και εν τέλει ανεστάλη η διαπραγμάτευσή τους στα Χρηματιστήρια Αξιών Αθηνών και Κύπρου, κατά τα προεκτιθέμενα, 6 ) ο ένατος ενάγων, τον Ιούλιο του 2008 ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά από τον υπάλληλο του υποκαταστήματος της οδού ........ στην Θεσσαλονίκη, ..........., προκειμένου να αγοράσει MX. Πράγματι, κατόπιν της ανωτέρω προτροπής, καθώς και της παρέμβασης έτερης υπαλλήλου της εναγομένης, ονόματι ..............., ο ενάγων πεισθείς στις διαβεβαιώσεις των τελευταίων, αγόρασε 300.000 MX, oνομαστικής αξίας 1 ευρώ εκάστου, ήτοι συνολικής αξίας 300.000 ευρώ, υπογράφοντας την από 28-7-2008 αίτηση που είχε συμπληρώσει ήδη η άνω υπάλληλος της εναγομένης. Τον Μάιο του 2009, μετά από τηλεφωνική πρόσκληση εκ μέρους της άνω υπαλλήλου, .............., αφού πείσθηκε από τις διαβεβαιώσεις και τις προτροπές της, μετέτρεψε τα άνω MX που του ανήκαν, σε ΜΑΚ ίδιας ονομαστικής αξίας, υπογράφοντας την από 26-5-2009 αίτηση, υπό την ίδια διαδικασία. Ακολούθως, τον Μάιο του 2011, μετά από νέα τηλεφωνική πρόσκληση από την ανωτέρω υπάλληλο, ο ένατος ενάγων, αφού πείσθηκε από τις διαβεβαιώσεις και τις προτροπές της, μετέτρεψε τα ήδη ανήκοντα σε αυτόν ΜΑΚ σε ΜΑΕΚ ονομαστικής αξίας 30.000 ευρώ και επιπλέον αγόρασε ΜΑΕΚ δολαριακής έκδοσης, καταβάλλοντας το ποσό των 60.000 USD ( 41.413,58 ευρώ ). Συνεπώς, εκ της αγοράς των επίμαχων ομολόγων, η περιουσία του ενάγοντος αυτού απομειώθηκε σε ( 300.000 + 41.413,58 = ) 341.413,58 ευρώ. Ωστόσο, τον μήνα Μάρτιο του έτους 2012 σε τηλεφωνική επικοινωνία της με τον άνω εφεσίβλητο, η προαναφερομένη υπάλληλος, ......................., κάλεσε αυτόν στο υποκατάστημα, οπότε του πρότεινε την εθελοντική ανταλλαγή των Μ.Α.Ε.Κ. με μετοχές της εκκαλούσας τράπεζας. Όταν ο τελευταίος αρνήθηκε, τον ενημέρωσε ότι η εκκαλούσα τράπεζα είχε υποστεί οικονομική ζημία λόγω του « κουρέματος » των Ελληνικών Ομολόγων, οπότε η προτεινόμενη μετατροπή ήταν « αναγκαία λύση » γι’ αυτόν. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο εφεσίβλητος πείσθηκε και αντάλλαξε, τότε, ΜΑΕΚ ονομαστικής αξίας 150.000 ευρώ, με 200.000 μετοχές της εκκαλούσας τραπεζικής εταιρίας. Ωστόσο, κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2012 έλαβε χώρα η υποχρεωτική ακύρωση τόκων και ακολούθησε η υποχρεωτική μετατροπή του συνόλου των Μ.Α.Ε.Κ. σε συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα ανωτέρω στο σκεπτικό, με συνέπεια, στην προκειμένη περίπτωση, το επενδυθέν κεφάλαιο να μετατραπεί αναγκαστικώς και μονομερώς σε 3.966 ( νέες ) συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, ονομαστικής αξίας εκάστης 1 €, όπως η τελευταία συνομολογεί και δεν αμφισβητεί ειδικώς, οι μετοχές δε αυτές είχαν πλέον μηδενική πραγματική ( χρηματιστηριακή ) αξία και εν τέλει ανεστάλη η διαπραγμάτευσή τους στα Χρηματιστήρια Αξιών Αθηνών και Κύπρου, κατά τα προεκτιθέμενα, 7 ) ο δέκατος ενάγων, τον Ιούλιο του 2008 ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά από την προστηθείσα υπάλληλο του υποκαταστήματος ............... Αττικής, .............., προκειμένου να αγοράσει MX. Πράγματι, κατόπιν της ανωτέρω προτροπής, ο ενάγων πεισθείς στις διαβεβαιώσεις της τελευταίας, αφού υπέγραψε την από 18-7-2008 αίτηση, την οποία είχε ήδη συμπληρώσει η άνω υπάλληλος, αγόρασε 12.000 MX, ονομαστικής αξίας 1 ευρώ εκάστου. Τον Μάιο του 2009, μετά από τηλεφωνική πρόσκληση εκ μέρους της ίδιας ως άνω προστηθείσας υπαλλήλου, αφού πείσθηκε από τις διαβεβαιώσεις και τις προτροπές της, μετέτρεψε τα άνω MX που του ανήκαν και αγόρασε επιπλέον ΜΑΚ, διαθέτοντας 3.000 ευρώ, ήτοι απέκτησε ΜΑΚ συνολικής αξίας 15.000 ευρώ, ενώ την 1-3-2010 απέκτησε με την μεσολάβηση της εναγομένης τράπεζας, χρηματιστηριακά, επιπλέον 5.000 ΜΑΚ, καταβάλλοντας το ποσό των 5.065,98 ευρώ, καθώς και στις 9-5-2011 απέκτησε τοιουτοτρόπως επιπλέον 4.500 ΜΑΚ ( διαθέτοντας 4.358,70 ευρώ ). Ακολούθως, τον Μάιο του 2011, μετά από νέα τηλεφωνική πρόσκληση από την ανωτέρω υπάλληλο, ο ενάγων, αφού πείσθηκε από τις διαβεβαιώσεις και τις προτροπές της, υπέγραψε την από 6-5-2011 αίτηση, που είχε συμπληρώσει προηγουμένως αυτή ( η υπάλληλος ) αγόρασε ΜΑΕΚ ονομαστικής αξίας 26.000 ευρώ, καταβάλλοντας επιπλέον 1.500 ευρώ μετρητά, καθώς μετέτρεψε τα ήδη ανήκοντα σε αυτόν ΜΑΚ. Ακολούθως, κατόπιν συμβουλών της άνω προστηθείσας, στις 12-5 2011 αφού πρώτα αγόρασε MX ονομαστικής αξίας 7.000 ευρώ ( διαθέτοντας 6.639,39 ευρώ ) αντάλλαξε τούτο την επομένη ημέρα σε ΜΑΕΚ αντίστοιχης αξίας, στις δε 5-10-2011 απέκτησε επιπλέον 12.000 ΜΑΕΚ, διαθέτοντας το ποσό των 7.883,85 ευρώ. Εν συνεχεία αποδέσμευσε 10.000 ΜΑΕΚ εισπράττοντας το ποσό των 6.974,23 ευρώ και περαιτέρω αγόρασε 15.000 ΜΑΕΚ, διαθέτοντας το ποσό των 12.043,77 ευρώ, όντας πλέον κάτοχος ΜΑΕΚ ονομαστικής αξίας 50.000 ευρώ συνολικά. Συνεπώς, εκ της αγοράς των επίμαχων ομολόγων, η περιουσία του ενάγοντος αυτού απομειώθηκε σε ( 12.000 + 3.000 + 5.065,98 + 4.358,70 + 6.639,39 + 1.500 + 7.883,85 + 12.043,77 - 6.974,23 = ) 45.517,46 ευρώ. Ωστόσο, κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2012 έλαβε χώρα η υποχρεωτική ακύρωση τόκων και ακολούθησε η υποχρεωτική μετατροπή του συνόλου των Μ.Α.Ε.Κ. σε συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα ανωτέρω στο σκεπτικό, με συνέπεια, στην προκειμένη περίπτωση, το επενδυθέν κεφάλαιο να μετατραπεί αναγκαστικώς και μονομερώς σε 500 ( νέες ) συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, ονομαστικής αξίας εκάστης 1 €, όπως η τελευταία συνομολογεί και δεν αμφισβητεί ειδικώς, οι μετοχές δε αυτές είχαν πλέον μηδενική πραγματική ( χρηματιστηριακή ) αξία και εν τέλει ανεστάλη η διαπραγμάτευσή τους στα Χρηματιστήρια Αξιών Αθηνών και Κύπρου, κατά τα προεκτιθέμενα, 8 ) ο ενδέκατος ενάγων, τον Ιούλιο του 2008 ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά από τον προστηθέντα υπάλληλο του υποκαταστήματος Ιωαννίνων, ................................, προκειμένου να αγοράσει MX. Πράγματι, κατόπιν της ανωτέρω προτροπής, ο ενάγων πεισθείς στις διαβεβαιώσεις του τελευταίου, υπέγραψε την από 11-7-2008 αίτηση εγγραφής, που είχε συμπληρώσει έτερος υπάλληλος της εναγομένης, ονόματι ......................, αγόρασε αρχικά 5.000 MX, ονομαστικής αξίας ενός ευρώ εκάστου, ήτοι συνολικής αξίας 5.000 ευρώ. Τον Μάιο του 2009, μετά από τηλεφωνική πρόσκληση εκ μέρους του υπαλλήλου ....................., αφού πείσθηκε από τις διαβεβαιώσεις και τις προτροπές του, με την υπογραφή της από 29-5-2009 αίτησης, υπό την ίδια ως άνω διαδικασία, μετέτρεψε αυτά σε 5.000 ΜΑΚ, αγόρασε επιπλέον 10.000 ΜΑΚ, καταβάλλοντας ποσό 10.000 ευρώ και αργότερα, τον Ιανουάριο του 2011, αγόρασε επιπλέον 5.000 ΜΑΚ, καταβάλλοντας το ποσό των 4.654,39 ευρώ. Συνεπώς, ο ενάγων κατέβαλε για την απόκτηση ΜΑΕΚ συνολικά 19.564,39 ευρώ ( = 5.000 + 10.000 + 4.654,39 ). Ακολούθως, τον Μάιο του 2011, μετά από νέα τηλεφωνική πρόσκληση από τον ανωτέρω υπάλληλο, ....................., ο ενάγων, αφού πείσθηκε από τις διαβεβαιώσεις και τις προτροπές του, υπέγραψε την από 29-4-2011 αίτηση, υπό την ίδια ως άνω διαδικασία, αγόρασε ΜΑΕΚ ονομαστικής αξίας 20.000 ευρώ, χωρίς να καταβάλλει μετρητά, καθώς μετέτρεψε τα ήδη ανήκοντα σε αυτόν ΜΑΚ. Ωστόσο, κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2012 έλαβε χώρα η υποχρεωτική ακύρωση τόκων και ακολούθησε η υποχρεωτική μετατροπή του συνόλου των Μ.Α.Ε.Κ. σε συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα ανωτέρω στο σκεπτικό, με συνέπεια, στην προκειμένη περίπτωση, το επενδυθέν κεφάλαιο να μετατραπεί αναγκαστικώς και μονομερώς σε 200 νέες συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, ονομαστικής αξίας εκάστης 1 €, όπως η τελευταία συνομολογεί και δεν αμφισβητεί ειδικώς, οι μετοχές δε αυτές είχαν πλέον μηδενική πραγματική ( χρηματιστηριακή ) αξία και εν τέλει ανεστάλη η διαπραγμάτευσή τους στα Χρηματιστήρια Αξιών Αθηνών και Κύπρου, κατά τα προεκτιθέμενα, 9 ) ο δωδέκατος ενάγων, περί τις αρχές Ιουνίου του 2009 ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά από την προστηθείσα υπάλληλο του υποκαταστήματος Φλώρινας, ................, προκειμένου να αγοράσει ΜΑΚ. Πράγματι, πεισθείς στις διαβεβαιώσεις και τις προτροπές της, αυτός υπέγραψε την από 6-5-2009 αίτηση εγγραφής και αγόρασε 27.500 ΜΑΚ, ονομαστικής αξίας 1 ευρώ εκάστου, ήτοι συνολικής αξίας 27.500 ευρώ, τα οποία διέθεσε από την προθεσμιακή του κατάθεση που διατηρούσε στην εναγομένη τράπεζα ( δίχως μάλιστα να του επιβληθεί ποινή πρόωρης εξόφλησης ). Μετά από όμοιες προτροπές της άνω υπαλλήλου, ο ενάγων πεισθείς, αγόρασε τον Οκτώβριο του 2010 επιπλέον 5.000 ΜΑΚ, καταβάλλοντας 4.940,58 ευρώ. Ακολούθως, τον Μάιο του 2011, μετά από νέα τηλεφωνική πρόσκληση από την ανωτέρω υπάλληλο, ο ενάγων, αφού πείσθηκε από τις διαβεβαιώσεις και τις προτροπές της, υπέγραψε την από 16-5-2011 αίτηση, ανταλλάσσοντας 12.500 ΜΑΚ σε ΜΑΕΚ και 20.000 ΜΑΚ σε δολαριακής έκδοσης ΜΑΕΚ ονομαστικής αξίας 28.440 USD ( ισόποσα 20.000 ευρώ ). Συνεπώς, ο ενάγων κατέβαλε για την απόκτηση ΜΑΕΚ συνολικά ( 27.500 + 4.940,58 = ) 32.440,58 ευρώ. Ωστόσο, κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2012 έλαβε χώρα η υποχρεωτική ακύρωση τόκων και ακολούθησε η υποχρεωτική μετατροπή του συνόλου των Μ.Α.Ε.Κ. σε συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα ανωτέρω στο σκεπτικό, με συνέπεια, στην προκειμένη περίπτωση, το επενδυθέν κεφάλαιο να μετατραπεί αναγκαστικώς και μονομερώς σε 346 νέες συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, ονομαστικής αξίας εκάστης 1 €, όπως η τελευταία συνομολογεί και δεν αμφισβητεί ειδικώς, οι μετοχές δε αυτές είχαν πλέον μηδενική πραγματική ( χρηματιστηριακή ) αξία και εν τέλει ανεστάλη η διαπραγμάτευσή τους στα Χρηματιστήρια Αξιών Αθηνών και Κύπρου, κατά τα προεκτιθέμενα, 10 ) ο δέκατος τρίτος ενάγων, περί τα τέλη Μαΐου του 2009 ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά από την προστηθείσα υπάλληλο του υποκαταστήματος ……………, ................., προκειμένου να αγοράσει ΜΑΚ. Πράγματι, πεισθείς στις διαβεβαιώσεις και τις προτροπές της, αγόρασε 28.902 ΜΑΚ, ονομαστικής αξίας 1 ευρώ εκάστου, ήτοι συνολικής αξίας 28.902 ευρώ, υπογράφοντας την από 27-5-2009 αίτηση εγγραφής, που συμπλήρωσε η άνω υπάλληλος. Ακολούθως, τον Μάιο του 2011, μετά από νέα τηλεφωνική πρόσκληση από την ανωτέρω υπάλληλο, ο ενάγων, αφού πείσθηκε από τις διαβεβαιώσεις και τις προτροπές της, υπέγραψε την από 11- 5-2011 αίτηση, υπό την ίδια ως άνω διαδικασία και αγόρασε ΜΑΕΚ ονομαστικής αξίας 28.902 ευρώ, χωρίς να καταβάλλει μετρητά, καθώς μετέτρεψε τα ήδη ανήκοντα σε αυτόν ΜΑΚ, ενώ καταβάλλοντας 2.098 ευρώ, αγόρασε επιπλέον ΜΑΕΚ. Περαιτέρω προέβη στη ρευστοποίηση 10.000 ΜΑΕΚ, εισπράττοντας το ποσό των 7.538,95 ευρώ. Συνεπώς, ο άνω εφεσίβλητος κατέβαλε για την απόκτηση ΜΑΕΚ ( 28.902 + 2.098 - 7.538,95 = ) 23.461,05 ευρώ. Ωστόσο, τον μήνα Μάρτιο του έτους 2012 σε τηλεφωνική επικοινωνία της με τον άνω εφεσίβλητο, η προαναφερομένη υπάλληλος κάλεσε αυτόν στο υποκατάστημα, οπότε του πρότεινε την εθελοντική ανταλλαγή των Μ.Α.Ε.Κ. με μετοχές της εκκαλούσας τράπεζας. Όταν ο τελευταίος αρνήθηκε, τον ενημέρωσε ότι η εκκαλούσα τράπεζα είχε υποστεί οικονομική ζημία λόγω του « κουρέματος » των Ελληνικών Ομολόγων, οπότε η προτεινόμενη μετατροπή ήταν « αναγκαία λύση » γι’ αυτόν. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο εφεσίβλητος πείσθηκε και αντάλλαξε, τότε, ΜΑΕΚ ονομαστικής αξίας 10.000 ευρώ, με 13.333 μετοχές της εκκαλούσας τραπεζικής εταιρίας. Ωστόσο, κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2012 έλαβε χώρα η υποχρεωτική ακύρωση τόκων και ακολούθησε η υποχρεωτική μετατροπή του συνόλου των Μ.Α.Ε.Κ. σε συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα ανωτέρω στο σκεπτικό, με συνέπεια, στην προκειμένη περίπτωση, το επενδυθέν κεφάλαιο να μετατραπεί αναγκαστικώς και μονομερώς σε 243 ( νέες ) συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, ονομαστικής αξίας εκάστης 1 €, όπως η τελευταία συνομολογεί και δεν αμφισβητεί ειδικώς, οι μετοχές δε αυτές είχαν πλέον μηδενική πραγματική ( χρηματιστηριακή ) αξία και εν τέλει ανεστάλη η διαπραγμάτευσή τους στα Χρηματιστήρια Αξιών Αθηνών και Κύπρου, κατά τα προεκτιθέμενα, 11 ) ο δέκατος τέταρτος των εναγόντων περί τα τέλη Μαΐου του 2009 ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά από τον διευθυντή του υποκαταστήματος , ....................., προκειμένου να αγοράσει ΜΑΚ. Πράγματι, πεισθείς στις διαβεβαιώσεις και τις προτροπές του, μετέβη στο υποκατάστημα ............................, όπου παραθέριζε και υπέγραψε την οικεία αίτηση εγγραφής και αγόρασε 3.300 ΜΑΚ, ονομαστικής αξίας 1 ευρώ εκάστου, ήτοι συνολικής αξίας 3.300 ευρώ. Ακολούθως, περί τις αρχές Μαΐου του 2011, ο ενάγων, αφού πείσθηκε από τις διαβεβαιώσεις και τις προτροπές του προαναφερομένου υπαλλήλου της πρώτης εναγόμενης, υπέγραψε την από 5-5-2011 αίτηση και μετέτρεψε τα ήδη ανήκοντα σε αυτόν 3.300 ΜΑΚ σε ΜΑΕΚ, ενώ επιπλέον αγόρασε 20.000 ΜΑΕΚ ονομαστικής αξίας 20.000 ευρώ, καταβάλλοντας το αντίστοιχο ποσό. Συνεπώς, ο ενάγων κατέβαλε για την απόκτηση ΜΑΕΚ συνολικά ( 3.300 + 20.000 = ) 23.300 ευρώ. Ωστόσο, κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2012 έλαβε χώρα η υποχρεωτική ακύρωση τόκων και ακολούθησε η υποχρεωτική μετατροπή του συνόλου των Μ.Α.Ε.Κ. σε συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα ανωτέρω στο σκεπτικό, με συνέπεια, στην προκειμένη περίπτωση, το επενδυθέν κεφάλαιο να μετατραπεί αναγκαστικώς και μονομερώς σε 233 νέες συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, ονομαστικής αξίας εκάστης 1 €, όπως η τελευταία συνομολογεί και δεν αμφισβητεί ειδικώς, οι μετοχές δε αυτές είχαν πλέον μηδενική πραγματική ( χρηματιστηριακή ) αξία και εν τέλει ανεστάλη η διαπραγμάτευσή τους στα Χρηματιστήρια Αξιών Αθηνών και Κύπρου, κατά τα προεκτιθέμενα, 12 ) ο δέκατος πέμπτος των εναγόντων, περί τα τέλη Μαΐου του 2009 ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά από υπάλληλο του κεντρικού καταστήματος της εναγομένης, καθώς και από τον διευθυντή του υποκαταστήματος ..............., ............ό, προκειμένου να αγοράσει ΜΑΚ. Πράγματι, πεισθείς στις διαβεβαιώσεις και τις προτροπές του, υπέγραψε την από 4-6 2009 αίτηση εγγραφής, την οποία είχε συμπληρώσει η υπάλληλος του άνω υποκαταστήματος, κατ` εντολή του προαναφερομένου διευθυντή, .................... και αγόρασε αρχικά 7.000 ΜΑΚ, ονομαστικής αξίας 1 ευρώ εκάστου, ήτοι αξίας 7.000 ευρώ, ενώ στις 15-7-2009 αγόρασε επιπλέον 13.000 ΜΑΚ, ονομαστικής αξίας 1 ευρώ εκάστου, ήτοι αξίας 13.000 ευρώ. Ακολούθως, τον Μάιο του 2011, μετά από νέα τηλεφωνική πρόσκληση εκ μέρους του άνω διευθυντή, ......……...ο ενάγων, πεισθείς στις διαβεβαιώσεις και τις προτροπές του, υπέγραψε την από 12-5-2011 αίτηση εγγραφής αδιάθετων ΜΑΕΚ, υπό την ίδια ως άνω διαδικασία και αγόρασε ΜΑΕΚ ονομαστικής αξίας 20.000 ευρώ, χωρίς να καταβάλλει μετρητά, καθώς μετέτρεψε τα ήδη ανήκοντα σε αυτόν ΜΑΚ, ενώ αγόρασε επιπλέον 10.000 ΜΑΕΚ ονομαστικής αξίας 10.000 ευρώ καταβάλλοντας το αντίστοιχο ποσό. Ωστόσο, τον μήνα Μάρτιο του έτους 2012 σε τηλεφωνική επικοινωνία της με τον άνω εφεσίβλητο, η προαναφερομένη υπάλληλος ........................, κάλεσε αυτόν στο υποκατάστημα, οπότε του πρότεινε την εθελοντική ανταλλαγή των Μ.Α.Ε.Κ. με μετοχές της εκκαλούσας τράπεζας. Όταν ο τελευταίος αρνήθηκε, τον ενημέρωσε ότι η εκκαλούσα τράπεζα είχε υποστεί οικονομική ζημία λόγω του « κουρέματος » των Ελληνικών Ομολόγων, οπότε η προτεινόμενη μετατροπή ήταν « αναγκαία λύση » γι’ αυτόν. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο εφεσίβλητος πείσθηκε και αντάλλαξε 6.000 ΜΑΕΚ, με 8.000 μετοχές της εκκαλούσας τραπεζικής εταιρίας, τις οποίες στη συνέχεια πώλησε, στις 6-8-2012, εισπράττοντας, 1.579,14 ευρώ ( ποσό που ήδη έχει αφαιρέσει ο ενάγων, από το αιτούμενο με την αγωγή του ). Συνεπώς, εκ της αγοράς των επίμαχων ομολόγων, η περιουσία του ενάγοντος απομειώθηκε σε ( 30.000 - 1.579,14 = ) 28.420,86 ευρώ. Ωστόσο, κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2012 έλαβε χώρα η υποχρεωτική ακύρωση τόκων και ακολούθησε η υποχρεωτική μετατροπή του συνόλου των Μ.Α.Ε.Κ. σε συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα ανωτέρω στο σκεπτικό, με συνέπεια, στην προκειμένη περίπτωση, το επενδυθέν κεφάλαιο να μετατραπεί αναγκαστικώς και μονομερώς σε 240 ( νέες ) συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, ονομαστικής αξίας εκάστης 1 €, όπως η τελευταία συνομολογεί και δεν αμφισβητεί ειδικώς, οι μετοχές δε αυτές είχαν πλέον μηδενική πραγματική ( χρηματιστηριακή ) αξία και εν τέλει ανεστάλη η διαπραγμάτευσή τους στα Χρηματιστήρια Αξιών Αθηνών και Κύπρου, κατά τα προεκτιθέμενα, 13 ) ο δέκατος έκτος ενάγων, περί τα τέλη Μαΐου του 2009 ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά από την .................., υπάλληλο του υποκαταστήματος ....................... της εναγομένης, προκειμένου να αγοράσει ΜΑΚ. Πράγματι, ο ίδιος και οι δέκατη ένατη σύζυγός του, δέκατη έβδομη και δέκατη όγδοη, ενήλικες θυγατέρες του, πείσθηκαν από τις διαβεβαιώσεις και τις προτροπές της άνω υπαλλήλου, υπέγραψαν αντίστοιχες αιτήσεις και αγόρασαν δύο ομόλογα ΜΑΚ συνολικής αξίας 401.154 ΜΑΚ ( ονομαστικής αξίας 1 ευρώ εκάστου ). Μετά από συνεχείς διαβεβαιώσεις της προαναφερομένης υπαλλήλου, περί της εγγυημένης ασφάλειας των εν λόγω προϊόντων και της μεσολάβησής της, οι ενάγοντες προέβησαν ακολούθως σταδιακά στην αγορά μέσω χρηματιστηρίου επιπλέον 39.880 ΜΑΚ, ήτοι 19.880, 10.000, 3.000, 2.000 και 5.000 ΜΑΚ ( καταβάλλοντας, αντίστοιχα, 19.962, 70 ευρώ, 9.981,48 ευρώ, 2.904,49 ευρώ, 1.971,35 ευρώ και 4.920,52 ευρώ ) και κατά συνέπεια, κατέστησαν άπαντες κάτοχοι ομολόγων συνολικής ονομαστικής αξίας 441.034 ευρώ, καταβάλλοντας 440.894,54 ευρώ. Ακολούθως, περί τα τέλη Απριλίου του 2011, μετά από νέα τηλεφωνική πρόσκληση εκ μέρους της άνω υπαλλήλου, οι ενάγοντες, πεισθέντες στις διαβεβαιώσεις και τις προτροπές της, υπέγραψαν τις από 29-4-2011 αιτήσεις εγγραφής αδιάθετων ΜΑΕΚ και αγόρασαν ΜΑΕΚ ονομαστικής αξίας 441.034 ευρώ, χωρίς να καταβάλλουν μετρητά, καθώς μετέτρεψαν τα ήδη ανήκοντα σε αυτούς ΜΑΚ, ενώ προσέθεσαν και επιπλέον ποσό ύψους 150.000 ευρώ και αγόρασαν επιπλέον 150.000 ΜΑΕΚ ίσης ονομαστικής αξίας. Συνεπώς, οι ενάγοντες, για την απόκτηση 591.034 ΜΑΕΚ, κατέβαλαν συνολικά 590.894,54 ευρώ ( 401.154 + 19.962,70 + 9.981,48 + 2.904,49 + 1.971,35 + 4.920,52 + 150.000 ). Ωστόσο, το μήνα Ιούνιο του έτους 2012 έλαβε χώρα η υποχρεωτική ακύρωση τόκων και ακολούθησε η υποχρεωτική μετατροπή του συνόλου των Μ.Α.Ε.Κ. σε συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα ανωτέρω στο σκεπτικό, με συνέπεια, στην προκειμένη περίπτωση, το επενδυθέν κεφάλαιο των εναγόντων να μετατραπεί αναγκαστικώς και μονομερώς σε 5.910 ( νέες ) συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, ονομαστικής αξίας εκάστης 1 €, όπως η τελευταία συνομολογεί και δεν αμφισβητεί ειδικώς, οι μετοχές δε αυτές είχαν πλέον μηδενική πραγματική ( χρηματιστηριακή ) αξία και εν τέλει ανεστάλη η διαπραγμάτευσή τους στα Χρηματιστήρια Αξιών Αθηνών και Κύπρου, κατά τα προεκτιθέμενα, 14 ) ο εικοστός ενάγων, περί τα τέλη Μαΐου του 2009 ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά από την .....................υπάλληλο του υποκαταστήματος ................. Αττικής της εναγομένης, προκειμένου να αγοράσει ΜΑΚ. Πράγματι αφού πείσθηκε από τις διαβεβαιώσεις και τις προτροπές της υπαλλήλου, υπέγραψε την από 28-5-2009 αίτηση εγγραφής, την οποία είχε συμπληρώσει η ανωτέρω υπάλληλος και ακολούθως, μετά από νέα τηλεφωνική κλήση και επίμονες προτροπές εκ μέρους της ................., αναφορικά με την δέσμευση μεγαλύτερου κεφαλαίου, ο ενάγων, μετέβη στο υποκατάστημα ......................, όπου τότε παραθέριζε, υπέγραψε την από 5-6-2009 αίτηση και απέκτησε ΜΑΚ ονομαστικής αξίας 53.208 ευρώ, καταβάλλοντας αντίστοιχο ποσό σε ευρώ. Περί τις αρχές Νοεμβρίου 2009, μετά από νέα τηλεφωνική κλήση της εν λόγω υπαλλήλου της εναγομένης, ο ενάγων διέθεσε 25.879,67 ευρώ και αγόρασε επιπλέον ΜΑΚ ονομαστικής αξίας 23.700. Μετά από συνεχείς παροτρύνσεις εκ μέρους της εν λόγω υπαλλήλου, ο ενάγων αγόρασε επιπλέον, στις 22-12-2009, 8.100 ΜΑΚ ( διαθέτοντας 8.409,98 ευρώ ) και στις 18-2-2010, 19.700 ΜΑΚ ( διαθέτοντας 19.951,85 ευρώ ). Συνολικά δηλαδή, κατέστη κάτοχος 107.449,50 ΜΑΚ, ονομαστικής αξίας 1 ευρώ εκάστου. Ακολούθως, περί τα τέλη Απριλίου του 2011, μετά από νέα τηλεφωνική πρόσκληση εκ μέρους της άνω υπαλλήλου, ο εικοστός των εναγόντων, πεισθείς στις διαβεβαιώσεις και τις προτροπές της, υπέγραψε την από 2-5-2011 αίτηση εγγραφής, την οποία είχε ήδη συμπληρώσει έτερη υπάλληλος του υποκαταστήματος, ονόματι ................... και αγόρασε ΜΑΕΚ ονομαστικής αξίας 104.708 ευρώ, χωρίς να καταβάλλει μετρητά, καθώς μετέτρεψε τα ήδη ανήκοντα σε αυτόν ΜΑΚ, ενώ αγόρασε επιπλέον 3.600 ΜΑΕΚ ονομαστικής αξίας 3,600 ευρώ καταβάλλοντας το αντίστοιχο ποσό και ακόμη χρηματιστηριακά, στις 10-1-2012, μετά από προτροπή και την μεσολάβηση της προαναφερομένης υπαλλήλου .................., 1.700 ΜΑΕΚ, καταβάλλοντας 1.072,70 ευρώ. Ωστόσο, τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2012 σε τηλεφωνική επικοινωνία της με τον άνω εφεσίβλητο, η προαναφερομένη υπάλληλος, .............., κάλεσε αυτόν στο υποκατάστημα, οπότε του πρότεινε την εθελοντική ανταλλαγή των Μ.Α.Ε.Κ. με μετοχές της εκκαλούσας τράπεζας. Όταν ο τελευταίος αρνήθηκε, τον ενημέρωσε ότι η εκκαλούσα τράπεζα είχε υποστεί οικονομική ζημία λόγω του « κουρέματος » των Ελληνικών Ομολόγων, οπότε η προτεινόμενη μετατροπή ήταν « αναγκαία λύση » γι’ αυτόν. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο εφεσίβλητος πείσθηκε και αντάλλαξε ΜΑΕΚ ονομαστικής αξίας 30.008 ευρώ, με 40.010 μετοχές της εκκαλούσας τραπεζικής εταιρίας, τις οποίες στη συνέχεια πώλησε, στις 11-5-2012, εισπράττοντας, 14.203,55 ευρώ ( ποσό που ήδη έχει αφαιρέσει ο ενάγων, από το αιτούμενο με την αγωγή του ). Συνεπώς, εκ της αγοράς των επίμαχων ομολόγων, η περιουσία του ενάγοντος απομειώθηκε σε ( 53.208 + 25.879,67 + 8.409,98 + 19.951,85 + 3,600 + 1.072,70 - 14.203,55 = ) 97.918,65 ευρώ. Ωστόσο, κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2012 έλαβε χώρα η υποχρεωτική ακύρωση τόκων και ακολούθησε η υποχρεωτική μετατροπή του συνόλου των Μ.Α.Ε.Κ. σε συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα ανωτέρω στο σκεπτικό, με συνέπεια, στην προκειμένη περίπτωση, το επενδυθέν κεφάλαιο να μετατραπεί αναγκαστικώς και μονομερώς σε 800 ( νέες ) συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, ονομαστικής αξίας εκάστης 1 €, όπως η τελευταία συνομολογεί και δεν αμφισβητεί ειδικώς, οι μετοχές δε αυτές είχαν πλέον μηδενική πραγματική ( χρηματιστηριακή ) αξία και εν τέλει ανεστάλη η διαπραγμάτευσή τους στα Χρηματιστήρια Αξιών Αθηνών και Κύπρου, κατά τα προεκτιθέμενα, 15 ) η εικοστή πρώτη των εναγόντων, η οποία είναι σύζυγος του ως άνω εικοστού ενάγοντα, αφού πείσθηκε από τις διαβεβαιώσεις και τις προτροπές της υπαλλήλου ......................., υπάλληλο του υποκαταστήματος ............. Αττικής της εναγομένης, αγόρασε αρχικά στις 30-9-2010, 5.550 ΜΑΚ έναντι του ποσού των 5.296,70 ευρώ, στις 4-10-2010 απέκτησε 2.000 ΜΑΚ έναντι ποσού 1.949,35 ευρώ και στις 13-10-2010 απέκτησε 23.000 ΜΑΚ έναντι ποσού 22.572,42 ευρώ. Ακολούθως, περί τα τέλη Απριλίου του 2011, μετά από τηλεφωνική πρόσκληση εκ μέρους της άνω υπαλλήλου, η ενάγουσα υπέγραψε την από 2-5-2011 αίτηση εγγραφής, την οποία είχε ήδη συμπληρώσει η υπάλληλος του υποκαταστήματος, ................ και αγόρασε ΜΑΕΚ ονομαστικής αξίας 30.500 ευρώ, χωρίς να καταβάλλει μετρητά, καθώς μετέτρεψε τα ήδη ανήκοντα σε αυτήν 30.500 ΜΑΚ, ενώ επιπλέον στις 7-9-2011, ρευστοποίησε 4.700 ΜΑΕΚ, αποκερδαίνοντας το ποσό των 3.069,36 ευρώ. Ωστόσο, τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2012 σε τηλεφωνική επικοινωνία της με την άνω εφεσίβλητη, η προαναφερομένη υπάλληλος, .................., κάλεσε αυτήν στο υποκατάστημα, οπότε της πρότεινε την εθελοντική ανταλλαγή των Μ.Α.Ε.Κ. με μετοχές της εκκαλούσας τράπεζας, αλλά αυτή αρνήθηκε. Συνεπώς, εκ της αγοράς των επίμαχων ομολόγων, η περιουσία της ενάγουσας απομειώθηκε σε ( 5.296,70 + 1.949,35 + 22.572,42 - 3.069,36 = ) 26.749,11 ευρώ. Ωστόσο, κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2012 έλαβε χώρα η υποχρεωτική ακύρωση τόκων και ακολούθησε η υποχρεωτική μετατροπή του συνόλου των Μ.Α.Ε.Κ. σε συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα ανωτέρω στο σκεπτικό, με συνέπεια, στην προκειμένη περίπτωση, το επενδυθέν κεφάλαιο να μετατραπεί αναγκαστικώς και μονομερώς σε 258 ( νέες ) συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, ονομαστικής αξίας εκάστης 1 €, όπως η τελευταία συνομολογεί και δεν αμφισβητεί ειδικώς, οι μετοχές δε αυτές είχαν πλέον μηδενική πραγματική ( χρηματιστηριακή ) αξία και εν τέλει ανεστάλη η διαπραγμάτευσή τους στα Χρηματιστήρια Αξιών Αθηνών και Κύπρου, κατά τα προεκτιθέμενα, 16 ) ο εικοστός δεύτερος ενάγων, περί τα τέλη Μαΐου του 2009 ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά από τον υπάλληλο του υποκαταστήματος ................... της πρώτης εναγόμενης .................., προκειμένου να αγοράσει ΜΑΕΚ. Πράγματι, αφού πείσθηκε από τις διαβεβαιώσεις και τις προτροπές του, υπέγραψε την από 17-5-2011 αίτηση εγγραφής, που είχε συμπληρώσει ο ανωτέρω υπάλληλος και αγόρασε ΜΑΕΚ συνολικής αξίας 15 000 δολαρίων Αμερικής ( 10.353,39 ευρώ την ημέρα καταβολής του τιμήματος που αντιστοιχεί και στο ποσό κατά το οποίο απομειώθηκε η περιουσία του ενάγοντος ). Ωστόσο, κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2012 έλαβε χώρα η υποχρεωτική ακύρωση τόκων και ακολούθησε η υποχρεωτική μετατροπή του συνόλου των Μ.Α.Ε.Κ. σε συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα ανωτέρω στο σκεπτικό, με συνέπεια, στην προκειμένη περίπτωση, το επενδυθέν κεφάλαιο να μετατραπεί αναγκαστικώς και μονομερώς σε 116 ( νέες ) συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, ονομαστικής αξίας εκάστης 1 €, όπως η τελευταία συνομολογεί και δεν αμφισβητεί ειδικώς, οι μετοχές δε αυτές είχαν πλέον μηδενική πραγματική ( χρηματιστηριακή ) αξία και εν τέλει ανέσταλη η διαπραγμάτευσή τους στα Χρηματιστήρια Αξιών Αθηνών και Κύπρου, κατά τα προεκτιθέμενα, 17 ) ο εικοστός τρίτος ενάγων, περί τις αρχές Μαΐου του 2011, αφού πείσθηκε από τις διαβεβαιώσεις και τις προτροπές των υπαλλήλων του υποκαταστήματος ...….. της πρώτης εναγόμενης ..................…, διευθυντή και ..................., υπέγραψε την από 11-5-2011 σύμβαση, που είχε ήδη συμπληρώσει ο τελευταίος ως άνω υπάλληλος και αγόρασε ΜΑΕΚ, συνολικής ονομαστικής αξίας 100.000 ευρώ ( με αντίστοιχη χρέωση του εν λόγω ποσού από προθεσμιακές καταθέσεις του άνω ενάγοντος στην εναγομένη τράπεζα, δίχως μάλιστα την επιβολή ποινής πρόωρης εξόφλησης ). Ωστόσο, τον μήνα Μάρτιο του έτους 2012 σε τηλεφωνική επικοινωνία του με τον άνω εφεσίβλητο, ο διευθυντής του υποκαταστήματος κάλεσε αυτόν και του πρότεινε την εθελοντική ανταλλαγή των Μ.Α.Ε.Κ. με μετοχές της εκκαλούσας τράπεζας, διότι, η εκκαλούσα τράπεζα είχε υποστεί οικονομική ζημία λόγω του « κουρέματος » των Ελληνικών Ομολόγων, οπότε η προτεινόμενη μετατροπή ήταν « αναγκαία λύση » γι’ αυτόν. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο εφεσίβλητος πείσθηκε και αντάλλαξε ΜΑΕΚ ονομαστικής αξίας 20.000 ευρώ, με 26.666 μετοχές της εκκαλούσας τραπεζικής εταιρίας. Ωστόσο, κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2012 έλαβε χώρα η υποχρεωτική ακύρωση τόκων και ακολούθησε η υποχρεωτική μετατροπή του συνόλου των Μ.Α.Ε.Κ. σε συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα ανωτέρω στο σκεπτικό, με συνέπεια, στην προκειμένη περίπτωση, το επενδυθέν κεφάλαιο να μετατραπεί αναγκαστικώς και μονομερώς σε 1.066 ( νέες ) συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, ονομαστικής αξίας εκάστης 1 €, όπως η τελευταία συνομολογεί και δεν αμφισβητεί ειδικώς, οι μετοχές δε αυτές είχαν πλέον μηδενική πραγματική ( χρηματιστηριακή ) αξία και εν τέλει ανεστάλη η διαπραγμάτευσή τους στα Χρηματιστήρια Αξιών Αθηνών και Κύπρου, κατά τα προεκτιθέμενα. Συνεπώς, εκ της αγοράς των επίμαχων ομολόγων, η περιουσία του ενάγοντος απομειώθηκε σε 100.000 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αξία κτήσης των εν λόγω ΜΑΕΚ, 18 ) ο εικοστός τέταρτος εναγών, περί τα τέλη Μαΐου του 2011 ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά από τον διευθυντή του υποκαταστήματος ....... της πρώτης εναγόμενης, ................., προκειμένου να αγοράσει ΜΑΕΚ. Πράγματι, αφού πείσθηκε από τις διαβεβαιώσεις κα τις προτροπές του, υπέγραψε την οικεία αίτηση εγγραφής αδιάθετων ΜΑΕΚ και απέκτησε σταδιακά, μεταξύ του διαστήματος από 3-6-2011 έως και 8-12-2011, ΜΑΕΚ συνολικής ονομαστικής αξίας 650.000 ευρώ, διαθέτοντας το ποσό των 570.276,60 ευρώ συνολικά και στη συνέχεια, κατέστησε δικαιούχο του ως άνω ομολόγου την εικοστή πέμπτη ενάγουσα, θυγατέρα του, αγοράζοντας επιπλέον, χρηματιστηριακά μέσω της δικής της μερίδας, ΜΑΕΚ ονομαστικής αξίας 350.000 ευρώ, καταβάλλοντας το ποσό των 218.111,62 ευρώ, ήτοι συνολικά, για ΜΑΕΚ ονομαστικής αξίας 1.000.000 ευρώ, διέθεσαν το ποσό των 788.388,22 ευρώ. Ωστόσο, τον μήνα Μάρτιο του έτους 2012 σε τηλεφωνική επικοινωνία του με αμφότερους του άνω εφεσίβλητους, ο προαναφερόμενος υπάλληλος τους κάλεσε και τους πρότεινε την εθελοντική ανταλλαγή των Μ.Α.Ε.Κ. με μετοχές της εκκαλούσας τράπεζας, διότι η εκκαλούσα τράπεζα είχε υποστεί οικονομική ζημία λόγω του « κουρέματος » των Ελληνικών Ομολόγων, οπότε η προτεινόμενη μετατροπή ήταν « αναγκαία λύση » γι’ αυτούς. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι εφεσίβλητοι πείσθηκαν και αντάλλαξαν ΜΑΕΚ ονομαστικής αξίας 1.000.000 ευρώ, με 1.33.333 μετοχές της εκκαλούσας τραπεζικής εταιρίας, τις οποίες στη συνέχεια πώλησαν, στις 12-9-2012, εισπράττοντας, 365.333,24 ευρώ ( ποσό που ήδη έχουν αφαιρέσει οι ενάγοντες από το αιτούμενο με την αγωγή τους ). Συνεπώς, εκ της αγοράς των επίμαχων ομολόγων, η περιουσία των εναγόντων απομειώθηκε σε ( 788.388,22 - 365.333,24 = ) 423.054,98 ευρώ. Ωστόσο, κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2012 έλαβε χώρα η υποχρεωτική ακύρωση τόκων και ακολούθησε η υποχρεωτική μετατροπή του συνόλου των Μ.Α.Ε.Κ. σε συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα ανωτέρω στο σκεπτικό, με συνέπεια, στην προκειμένη περίπτωση, το επενδυθέν κεφάλαιο να μετατραπεί αναγκαστικώς και μονομερώς σε 800 ( νέες ) συνήθεις μετοχές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, ονομαστικής αξίας εκάστης 1 €, όπως η τελευταία συνομολογεί και δεν αμφισβητεί ειδικώς, οι μετοχές δε αυτές είχαν πλέον μηδενική πραγματική ( χρηματιστηριακή ) αξία και εν τέλει ανεστάλη η διαπραγμάτευσή τους στα Χρηματιστήρια Αξιών Αθηνών και Κύπρου, κατά τα προεκτιθέμενα.

 Μετά ταύτα, σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις : Η πρωτοβουλία προσεγγίσεως των εφεσιβλήτων - πελατών της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας με σκοπό την προσέλκυση των πρώτων και την πρόκληση της αποφάσεως να επενδύσουν στα προαναφερόμενα επενδυτικά προϊόντα ανήκε αποκλειστικώς στην τελευταία, οι αρμόδιοι υπάλληλοι της οποίας, στο πλαίσιο λεπτομερούς σχετικού σχεδιασμού και ενεργούντες επί τη βάσει ρητών οδηγιών από τις κεντρικές υπηρεσίες της, επικοινώνησαν, είτε τηλεφωνικώς, είτε δια ζώσης κατά τη προσέλευση των εφεσιβλήτων στα ως άνω Υποκαταστήματα, προκειμένου να ενημερώσουν και εν τέλει να προτείνουν σε αυτούς την επένδυση των εις χρήμα κεφαλαίων τους ( μέχρι τότε διαθεσίμων, είτε σε απλούς καταθετικούς λογαριασμούς, είτε - κυρίως -σε προθεσμιακούς λογαριασμούς ). Το γεγονός ότι υπήρξε οργανωμένη και βάσει σχεδίου προσέγγιση των πελατών της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας με σκοπό την μαζική προώθηση των ως άνω επενδυτικών προϊόντων αποδεικνύεται από σειρά προσκομιζομένων μετ’ επικλήσεως από αμφότερα τα διάδικα μέρη εσωτερικών εγγράφων αυτής προς τα στελέχη της, ενδεικτικώς δε, αναφέρονται ( σχετικώς με την έκδοση των Μ.Α.Ε.Κ. ) : α ) το από 10.3.2011 υπ’ αριθ. …/..../11 έγγραφο με τίτλο « ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ 99 ΕΚΤΑΚΤΗ ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ » και β ) το από 11.4.20011 υπ’ αριθ. πρωτ. ..../..../11 όμοιο με τίτλο « ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ 101 ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΓΙΑ ΤΑ ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΑ ΑΞΙΟΓΡΑΦΑ », τα οποία απευθύνονται σε ανώτερα στελέχη της Τράπεζας και στα οποία γίνεται αναφορά σε «εκστρατεία» και « στόχους », προσδιορίζονται οι ομάδες ενδιαφέροντος - στόχοι, καθορίζεται ο τρόπος επικοινωνίας και προσεγγίσεως των πελατών, αλλά και η μέθοδος καταγραφής της προσεγγίσεως αυτής και των αποτελεσμάτων της. Οι εφεσίβλητοι-πελάτες της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, κατά τη σύναψη των αντιστοίχων συμβάσεων ( Μ.Χ.13/18 - Μ.Α.Κ. - Μ.Α.Ε.Κ. ) υπέγραψαν αντίστοιχες αιτήσεις για : « ΕΚΔΟΣΗ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΧΑΚ/ΧΑ ... ΑΝΕΚΚΛΗΤΗ ΑΙΤΗΣΗ ΕΓΓΡΑΦΗΣ », στις οποίες αναγράφονταν ότι « Βεβαιώνω/ουμε ότι έχω/ουμε τη γνώση και τις ικανότητες να προβούμε στην αξιολόγηση της επένδυσής μου/μας στα ... και δηλώνω/ουμε ότι αποδέχομαι/μαστε τους Όρους Έκδοσης - και τους παράγοντες κινδύνου ( στην περίπτωση των Μ.Α.Ε.Κ. ), όπως περιέχονται στο Ενημερωτικό Δελτίο - Σημείωμα Εκδιδόμενου Τίτλου ημερομηνίας .... Επίσης δηλώνω/ουμε ότι δεν μου/μας έχει παρασχεθεί επενδυτική συμβουλή από την Τράπεζα Κύπρου ή από οποιονδήποτε υπάλληλό της για τα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα της παρούσας έκδοσης ». Ωστόσο, ουδέποτε παραδόθηκαν στους εφεσιβλήτους τα ως άνω αναφερόμενα Ενημερωτικά Δελτία, ούτε τους γνωστοποιήθηκε εάν και πού αυτά είναι διαθέσιμα, ούτε τους δόθηκαν εγγράφως ή προφορικώς οιεσδήποτε διευκρινίσεις για τη φύση, τη λειτουργία και τους κινδύνους των επίμαχων επενδυτικών προϊόντων, όπως τα στοιχεία αυτά λεπτομερώς παρατίθενται ανωτέρω στο σκεπτικό. Αντίθετα, οι κατά περίπτωση αρμόδιοι τραπεζικοί υπάλληλοι φρόντισαν να εξασφαλίσουν την υπογραφή των εφεσιβλήτων στις προαναφερόμενες ( συνοπτικές και ολίγων σελίδων ) αιτήσεις συμμετοχής στα επίμαχα επενδυτικά προϊόντα, στις οποίες περιλαμβάνεται - σε « ψιλά » γράμματα η τυπική - αλλά όχι ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα - παραδοχή ότι έλαβαν υπόψη το περιεχόμενο και τους όρους των εν λόγω προϊόντων και επιπλέον τους κατανόησαν πλήρως, δεδομένου ότι τα εν λόγω Ενημερωτικά Δελτία ήταν πυκνογραμμένα σε δυσνόητη τεχνική γλώσσα με σύνθετους νομικούς και χρηματοοικονομικούς όρους, μη κατανοητούς από τον στερούμενο ειδικών γνώσεων μέσο μη επαγγελματία αποταμιευτή ή επενδυτή. Οι κατά περίπτωση αρμόδιοι τραπεζικοί υπάλληλοι σκοπίμως απέκρυψαν ( αποσιώπησαν ) από τους εφεσιβλήτους την πραγματική φύση και λειτουργία των επιδίκων επενδυτικών προϊόντων, ήτοι ότι επρόκειτο για μη εξασφαλισμένες και ελάσσονος προτεραιότητας απαιτήσεις, ως και ότι συνιστούσαν υβριδικά και μετατρέψιμα σε μετοχές παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα, με σκοπό την ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας και δη είτε του δευτεροβαθμίου κεφαλαίου της (Tier 2 - τα Μ.Χ. 2013/2018) είτε του πρωτοβαθμίου κεφαλαίου της (Tier 1 - τα Μ.Α.Κ. και τα Μ.Α.Ε.Κ.), σύνθετα στη σύλληψη και τη λειτουργία τους, συνδεόμενα με πλήθος γενικών και ειδικών κινδύνων όχι μόνο για τους τόκους, αλλά και για το ίδιο το επενδυόμενο κεφάλαιο, κατά τα λεπτομερώς εκτεθέντα ανωτέρω στο σκεπτικό, ( αναφορικώς με τα Μ.Α.Κ. και τα Μ.Α.Ε.Κ. ) αόριστης διάρκειας ( « άληκτα » ή « αιώνια » - perpetual bonds ), υπό την έννοια ότι ο επενδυτής δεν είχε αξίωση κατά της εκδότριας Τράπεζας να αναζητήσει το κεφάλαιό του σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο ή οποτεδήποτε, αλλά μόνο δυνατότητα να διαθέσει αυτά στη δευτερογενή ( χρηματιστηριακή ) αγορά υπό τις επικρατούσες σε δεδομένη χρονική στιγμή συνθήκες διαπραγματεύσεως, ιδίως δε οι ως άνω τραπεζικοί υπάλληλοι εκ προθέσεως απέκρυψαν και δεν επισήμαναν στους εφεσιβλήτους τους ιδιαιτέρως δυσμενείς όρους της μονομερούς κατά την κρίση της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας ακυρώσεως πληρωμής τόκων ( κατά την επένδυση σε Μ.Α.Κ. ) και επιπλέον ( αναφορικώς με την επένδυση σε Μ.Α.Ε.Κ. ) της μονομερούς και αναγκαστικής μετατροπής των τελευταίων κατά σειρά επενδυτικών προϊόντων σε μετοχές της. Οι κατά περίπτωση αρμόδιοι τραπεζικοί υπάλληλοι σκοπίμως και παραπλανητικώς προέβησαν σε ( άμεση ή έμμεση ) σύγκριση των επιδίκων επενδυτικών προϊόντων με τις κοινές προθεσμιακές καταθέσεις ( με τη λειτουργία των οποίων ήταν εξοικειωμένοι οι εφεσίβλητοι), υπερτονίζοντας και προβάλλοντας τα πλεονεκτήματα αυτών σε σχέση με τις καταθέσεις αυτές ( αυξημένο και ιδιαιτέρως ελκυστικό επιτόκιο ), αποσιωπώντας τους κινδύνους, όπως αυτοί περιγράφονται ανωτέρω, προβάλλοντας το διεθνές κύρος και την ευρωστία της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας και διαβεβαιώνοντας ότι το επενδυόμενο κεφάλαιο είναι « ασφαλές » και « εγγυημένο », καίτοι, όπως καλώς γνώριζαν, ίσχυε το ακριβώς αντίθετο. Ότι κατά την προσέγγιση των πελατών της Τράπεζας με σκοπό την προώθηση των εν λόγω επενδυτικών προϊόντων σημαντικό επιχείρημα αποτελούσε η προβολή των πλεονεκτημάτων αυτών σε σχέση με την απλή προθεσμιακή κατάθεση αποδεικνύεται μεταξύ άλλων και από το προοριζόμενο « αυστηρώς για εσωτερική χρήση » έγγραφο της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας αναφορικώς με τα Μ.Α.Ε.Κ. με τίτλο « ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ », όπου αναφέρεται επί λέξει ( υπό τον τίτλο « MAEK Vs κατάθεση ? » ) ότι «Τα ΜΑΕΚ θα φέρουν τόκο 6,50% ( για τα πρώτα 5 χρόνια ) μια απόδοση που είναι ψηλότερη από την κατάθεση ... », χωρίς όμως να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στους σχετικούς κινδύνους του προϊόντος. Ενόψει των ανωτέρω κρίνεται ότι η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία, υπό την ιδιότητα της παρέχουσας επενδυτικές υπηρεσίες, εντασσόμενες στον κύκλο της συνήθους εμπορικής της δραστηριότητας, παρά τα περί του αντιθέτου διαλαμβανόμενα στα προαναφερόμενα Ενημερωτικά Δελτία προς αποφυγή δυσμενών για την ίδια εννόμων συνεπειών, σαφώς παρέσχε δια των ως άνω προστηθέντων υπαλλήλων της επενδυτική υπηρεσία - συμβουλή ( υπό τη μορφή της συστάσεως ) στους πελάτες της εφεσιβλήτους, οι οποίοι φέρουν την ιδιότητα του καταναλωτή των παρεχομένων επενδυτικών υπηρεσιών ως τελικοί αποδέκτες αυτών και δεν υπερέβαιναν το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή - μη « επαγγελματία » επενδυτή, δεδομένου ότι τα επενδυθέντα ποσά ( ακόμη και τα υψηλότερα) δεν είναι ασυνήθη στο πεδίο της τρέχουσας αποταμιευτικής - ιδιωτικής επενδυτικής δραστηριότητας και δεν αποδείχθηκε συστηματική ενασχόληση των εφεσιβλήτων με χρηματιστηριακές και εν γένει επενδυτικές δραστηριότητες. Επίσης, οι ως άνω τραπεζικοί υπάλληλοι δεν διενήργησαν τον επιβαλλόμενο στη συγκεκριμένη περίπτωση από τις διατάξεις του Ν. 3606/2007 έλεγχο καταλληλότητας και συμβατότητας των εφεσιβλήτων αναφορικώς με τις συγκεκριμένες επενδύσεις, δεδομένου, μάλιστα, ότι γνώριζαν την συντηρητική επενδυτική ιδιοσυγκρασία των τελευταίων, αλλά και το γεγονός ότι - κατά τα ρητώς αναφερόμενα σε όλα τα προαναφερόμενα Ενημερωτικά Δελτία - τα εν λόγω επενδυτικά προϊόντα ( ιδίως τα Μ.Α.Κ. και τα Μ.Α.Ε.Κ. ) δεν ήταν κατάλληλα για όλους τους επενδυτές. Είναι, λοιπόν, σαφές ότι η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία εκμεταλλεύθηκε με κακοπιστία την πληροφοριακή ασυμμετρία μεταξύ αυτής και των εφεσιβλήτων, με μοναδικό σκοπό να τους προωθήσει επενδυτικά προϊόντα, ιδιαιτέρως πολύπλοκα και ριψοκίνδυνα, επιφυλάσσοντας στην ίδια υπέρμετρα και υπερβολικά εξουσιαστικά δικαιώματα ( ιδίως υποχρεωτικής ακυρώσεως πληρωμής τόκων και υποχρεωτικής μετατροπής σε μετοχές, ανυπαρξία υποχρεώσεως επιστροφής του κεφαλαίου ), είναι δε ομοίως προφανές ότι εάν οι εφεσίβλητοι, συντηρητικοί αποταμιευτές και επενδυτές, ενεργούντες με γνώμονα την εξασφάλιση του κεφαλαίου τους, γνώριζαν εξαρχής το σύνολο των πραγματικών δεδομένων της επενδύσεώς τους, η οποία τελικώς ήταν απολύτως συνυφασμένη με την κεφαλαιακή επάρκεια, την ευρωστία, την τιμή της μετοχής της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας και τις εν γένει διεθνείς και εσωτερικές χρηματοοικονομικές και πολιτικές συνθήκες, αναμφιβόλως δεν θα προέβαιναν στις συγκεκριμένες επενδυτικές επιλογές. Το γεγονός ότι η εκκαλούσα αλλοδαπή εταιρία πράγματι τήρησε τις διατάξεις του Ν. 3401/2005 « Ενημερωτικό Δελτίο προσφοράς κινητών αξιών και εισαγωγής τους για διαπραγμάτευση », του κυπριακού Νόμου περί Εταιριών και της σχετικής ευρωπαϊκής νομοθεσίας ( Οδηγία 2003/71/ΕΚ και Κανονισμός 809/2004 ) για τη δημόσια προσφορά κινητών αξιών, στερείται εννόμου επιρροής στην υπό κρίση περίπτωση, διότι δεν επάγεται, άνευ άλλου τινός, τον αποκλεισμό της εφαρμογής του Ν. 3606/2007, ο οποίος ενσωμάτωσε στο εσωτερικό δίκαιο την Οδηγία « MiFID », καθ’ όσον ναι μεν δεν εμπίπτει κατ’ αρχήν στο ρυθμιστικό πεδίο του τελευταίου η πρωτογενής διάθεση χρηματοοικονομικών προϊόντων ( δηλαδή η απ’ ευθείας διάθεση αυτών από τον εκδότη στον επενδυτή, όπως συνέβη με τα επίδικα επενδυτικά προϊόντα ), αλλά μόνο η διάθεση στη δευτερογενή ( χρηματιστηριακή ) αγορά, πλην όμως οι ρυθμίσεις του Ν. 3606/2007 εφαρμόζονται και την περίπτωση αυτή, εφ’ όσον εν τοις πράγμασι διαπιστώνεται η παροχή επενδυτικής υπηρεσίας υπό τη μορφή της επενδυτικής συμβουλής από τους αρμοδίους προς διάθεση των εν λόγω επενδυτικών προϊόντων υπαλλήλους των κατά τόπους Υποκαταστημάτων της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, κατά τα προεκτιθέμενα, όπως ορθώς έκρινε συναφώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ο υποστηρίζων δε τα αντίθετα πρώτος λόγος εφέσεως περί εφαρμογής αποκλειστικώς της ως άνω ειδικής νομοθεσίας περί δημόσιας προσφοράς κινητών αξιών και όχι του Ν. 3606/2007 τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Ότι η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία παρέσχε επενδυτική υπηρεσία υπό τη μορφή της επενδυτικής συμβουλής ( παροχή συστάσεως ) αποδεικνύεται ιδίως από : α ) την « Έκθεση ειδικού ελέγχου της Τράπεζας Κύπρου », η οποία εκπονήθηκε από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου με αντικείμενο τη διερεύνηση της παροχής της επενδυτικής υπηρεσίας της επενδυτικής συμβουλής κατά την προώθηση των Μ.Α.Κ. και των Μ.Α.Ε.Κ. και στην οποία καταγράφεται η πρακτική των αρμοδίων υπαλλήλων της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας κατά την προσέγγιση των πελατών της με σκοπό την προώθηση των Μ.Α.Κ. και των Μ.Α.Ε.Κ., η μη επαρκής ενημέρωση των τελευταίων για τους κινδύνους των προϊόντων αυτών, ο υπερτονισμός των πλεονεκτημάτων τους, η πρακτική της μη επιβολής ποινών για τυχόν προεξόφληση λογαριασμών υπό προειδοποίηση, εφ’ όσον με τα κεφάλαια αυτών θα ελάμβανε χώρα αγορά των εν λόγω αξιογράφων, διατυπώνεται δε το συμπέρασμα αναφορικώς με αμφότερα τα εν λόγω επενδυτικά προϊόντα ( Μ.Α.Κ. και Μ.Α.Ε.Κ. ) ότι υπήρξε παροχή επενδυτικής συμβουλής υπό τη μορφή της συστάσεως, με την οποία παρουσιάσθηκαν τα εν λόγω προϊόντα ως κατάλληλα για έκαστο συγκεκριμένο επενδυτή, β ) την υπ’ αριθ. 9/700/10.12.2014 Απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ελληνικής Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, με την οποία επιβλήθηκαν στην εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία : βα) πρόστιμο 5.000 ευρώ για παράβαση του άρθρου 16 παρ. 1 της υπ’ αριθ. 1/452/1.11.2007 αποφάσεως αυτής και ββ) πρόστιμο 5.000 ευρώ για παράβαση των διατάξεων του άρθρου 25 παρ. 4 Ν. 3606/2007, καθ’ όσον διαπιστώθηκε από την εν λόγω δημόσια αρχή μεταξύ άλλων ότι : ί. « Η Τράπεζα εξέδωσε εσωτερικές οδηγίες προς τους υπαλλήλους της προκειμένου να τους προετοιμάσει για να παρουσιάσουν τα συγκεκριμένα επενδυτικά προϊόντα στους πελάτες με τους οποίους έρχονταν σε επαφή. Στις οδηγίες αυτές διαπιστώθηκε η ύπαρξη σημείων παροχής επιλεκτικής πληροφόρησης προς τους πελάτες και παροχής κινήτρων προς ορισμένες κατηγορίες πελατών με ενδεχόμενο αποτέλεσμα να επηρεάζεται η απόφασή τους προς επένδυση. Η ύπαρξη επιλεκτικής πληροφόρησης και παρότρυνσης αποτελούν στοιχεία που χαρακτηρίζουν την επενδυτική συμβουλή. Η Τράπεζα κατά την προώθηση των ΜΑΚ και ΜΑΕΚ ενήργησε κατά τρόπο που ακόμη και αν δεν ήταν στις προθέσεις της, φαίνεται να παρείχε επενδυτικές συμβουλές ... Ακόμα και εάν στα έντυπα των “ αιτήσεων αγοράς” των επενδυτικών προϊόντων διατυπώνεται σαφής αποποίηση ότι καμία συμβουλή δεν δίνεται, ο χειρισμός από την Τράπεζα της προώθησης των επενδυτικών προϊόντων ως προς τα σημεία που περιγράφονται ανωτέρω, οδηγεί σε βάσιμες ενδείξεις για την παροχή εκ μέρους της επενδυτικών συμβουλών. Επομένως προκύπτει ότι η Τράπεζα κατά την προώθηση των ΜΑΚ και ΜΑΕΚ παρείχε την επενδυτική υπηρεσία των επενδυτικών συμβουλών, χωρίς να έχει συνάψει τις προβλεπόμενες προς τούτο συμβάσεις κατά παράβαση της παρ. 1 του άρθρου 16 της απόφασης 1/452/1.11.2007 της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς » και ii. iii. Στο έντυπο Ερωτήσεις και Απαντήσεις” που στάλθηκε στο δίκτυο για αυστηρά εσωτερική χρήση με σκοπό την ελάχιστη απαιτούμενη ενημέρωση των υπαλλήλων του δικτύου για τα ΜΑΕΚ υπό τη μορφή ερωταπαντήσεων, στην ερώτηση υπ’ αριθ. 24 “ ΜΑΕΚ vs Κατάθεση ” αναφέρεται ότι : “ Τα ΜΑΕΚ θα φέρουν τόκο 6,50% ( για τα πρώτα 5 χρόνια ) μια απόδοση υψηλότερη από την κατάθεση. Τα ΜΑΕΚ δυνατόν να εξασφαλίσουν στους κατόχους τους αρκετά ψηλότερες αποδόσεις εάν η τιμή της μετοχής στο Χρηματιστήριο είναι ψηλότερη από την τιμή της μετατροπής. Η μετατροπή των ΜΑΕΚ σε μετοχές δεν είναι υποχρεωτική. Η απόφαση για την μετατροπή εναπόκειται στον κάθε επενδυτή αν επιλέξει να τα μετατρέψει ... Επίσης σχετικά με τα υπό iii. Αναφερόμενα, στην ερώτηση υπ’ αριθ. 24 “ΜΑΕΚ vs Κατάθεση” του εντύπου “Ερωτήσεις και Απαντήσεις” διενεργείται σύγκριση των ΜΑΕΚ με τις καταθέσεις, με επισήμανση μόνο των πλεονεκτημάτων του προϊόντος ( όπως το υψηλό επιτόκιο και τις υψηλότερες αποδόσεις από μια κατάθεση ), χωρίς στην ίδια παράγραφο να αναφέρεται ότι σε περίπτωση που συμβεί οποιοδήποτε γεγονός έκτακτης ανάγκης κεφαλαίου ή γεγονός βιωσιμότητας, τα ΜΑΕΚ υποχρεωτικά θα μετατραπούν σε συνήθεις μετοχές. Επίσης, ενώ υπάρχει η αναφορά “ ... Η μετατροπή των ΜΑΕΚ σε μετοχές δεν είναι υποχρεωτική. Η απόφαση για την μετατροπή εναπόκειται στον κάθε επενδυτή αν επιλέξει να τα μετατρέψει ... ”, δεν αναφέρεται ότι η Τράπεζα μπορεί κατά την κρίση της καθ’ οιονδήποτε χρόνο, λαμβάνοντας υπόψη τη φερεγγυότητα καθώς και την οικονομική της κατάσταση, να επιλέξει να ακυρώσει την πληρωμή τόκου και ότι οποιαδήποτε ακυρωθείσα πληρωμή τόκου δεν θα οφείλεται και δεν θα καθίσταται πληρωτέα από την Τράπεζα. Επομένως, οι υπάλληλοι της Τράπεζας, οι οποίοι, προκειμένου να είναι σε θέση να ενημερώνουν για τα βασικά χαρακτηριστικά των επενδυτικών προϊόντων τους δυνητικούς επενδυτές, έλαβαν γνώση του συγκεκριμένου ερωτηματολογίου, οδηγούνται να συγκρίνουν ένα σύνθετο επενδυτικό προϊόν με μια κατάθεση υποβαθμίζοντας τους κινδύνους που ενέχει η συγκεκριμένη επένδυση καθώς τονίζονται επιλεκτικά μόνο τα πλεονεκτήματά της, καθώς εκτός των άλλων, δεν υπάρχει καν η αναφορά ότι τα συγκεκριμένα προϊόντα κανένα σχέδιο προστασίας ”, όπως συμβαίνει με τις καταθέσεις. Η παροχή επιλεκτικής πληροφόρησης είναι δυνατόν να επηρεάσει την απόφαση του επενδυτή ... » και, αφού επισημάνθηκε ότι παρασχέθηκαν από την εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρεία διαφόρων τύπων κίνητρα προς διευκόλυνση της προωθήσεως των Μ.Α.Κ. και των Μ.Α.Ε.Κ. στο επενδυτικό κοινό ( μη επιβολή επιβαρύνσεων για πρόωρη άντληση κεφαλαίων από λογαριασμούς υπό προειδοποίηση, υπό την προϋπόθεση ότι τα αντλούμενα κεφάλαια θα χρησιμοποιηθούν για την αγορά των εν λόγω επενδυτικών προϊόντων, παροχή δανείων με ευνοϊκούς όρους χρηματοδοτήσεως για το προσωπικό της Τράπεζας, παροχή καταναλωτικών δανείων με ευνοϊκούς όρους χρηματοδοτήσεως σε νέους επενδυτές, παροχή δανείων καταναλωτικής, επαγγελματικής και στεγαστικής πίστεως με εξασφάλιση τα συγκεκριμένα επενδυτικά προϊόντα ), κρίθηκε ότι « Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι στη διαδικασία προώθησης των ΜΑΕΚ από την Τράπεζα εντοπίστηκαν σημεία παροχής επιλεκτικής πληροφόρησης προς τους πελάτες και παροχής κινήτρων προς ορισμένες κατηγορίες πελατών με ενδεχόμενο αποτέλεσμα να επηρεάζεται η απόφασή τους για επένδυση. Το γεγονός αυτό ενισχύεται από την κοινή θέση των καταγγελλόντων ότι για την αγορά των συγκεκριμένων προϊόντων παρακινήθηκαν από υπαλλήλους της Τράπεζας, τους οποίους σε αρκετές περιπτώσεις κατονομάζουν. Επομένως προκύπτει ότι η Τράπεζα κατά την προώθηση των ΜΑΕΚ ενήργησε με τρόπο που ακόμη κι αν δεν ήταν στις προθέσεις της, φαίνεται να παρείχε επενδυτικές συμβουλές, χωρίς να έχει συνάψει τις προβλεπόμενες προς τούτο συμβάσεις, κατά παράβαση της παρ. 1 του άρθρου 16 της απόφασης 1/452/1.11.2007 της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και χωρίς να έχει διενεργήσει ως όφειλε αξιολόγηση της καταλληλότητας των επενδυτών, κατά παράβαση της παρ. 4 του άρθρου 25 του ν. 3606/2007 ... », γ ) την υπ’ αριθ. πρωτ. ……../25.2.2013 Έγγραφη Σύσταση του Συνηγόρου του Καταναλωτή ( κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 5 Ν. 3297/2004 ) προς την εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία, με την οποία διαπιστώνεται παράβαση των άρθρων 4 παρ. 1, 12 παρ. 3 και 25 Ν. 3606/2007, των άρθρων 8 παρ. 1 και 9 Ν. 2251/1994 και 197 ΑΚ, με αναφορά στα αυτά ως άνω πραγματικά περιστατικά, αλλά και με επισήμανση, μεταξύ άλλων και της συνδρομής περιπτώσεως συγκρούσεως συμφερόντων κατά την έκδοση και διάθεση των εν λόγω επενδυτικών προϊόντων, διότι η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία είναι ταυτοχρόνως ο εκδότης αυτών και ο παρέχων την επενδυτική συμβουλή περί αγοράς τους και ως τούτου ενδεχομένως να μην έχει συμφέρον σε πλήρη ενημέρωση και διαφώτιση των υποψηφίων επενδυτών αναφορικώς με τα στοιχεία της επενδύσεως, διότι αυτό ενδεχομένως θα απέτρεπε μέρος αυτών από την επένδυση, με συνέπεια την μη πλήρη κάλυψη της συγκεκριμένης εκδόσεως και δ ) την από 13.9.2013 Απόφαση του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου με θέμα « Παράλειψη συμμόρφωσης της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρίας Λτδ με ορισμένες διατάξεις του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου του 2007 και της Οδηγίας που εκδόθηκε βάσει του εν λόγω Νόμου για την Επαγγελματική Συμπεριφορά των Τραπεζών κατά την Παροχή Επενδυτικών ή Παρεπόμενων Υπηρεσιών και κατά την Άσκηση Επενδυτικών Δραστηριοτήτων του 2007 », με την οποία με ανάλογο σκεπτικό επιβλήθηκε στην εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία διοικητικό πρόστιμο για παραβίαση της προαναφερομένης κυπριακής νομοθεσίας περί παροχής επενδυτικών συμβουλών ( παροχή μη σαφών, ανακριβών και παραπλανητικών πληροφοριών προς πελάτες ή πιθανούς πελάτες, παροχή πληροφορήσεως σε μη κατανοητή μορφή, παράλειψη αντλήσεως πληροφοριών για τους πελάτες ή πιθανούς πελάτες αναφορικώς με τη γνώση και την πείρα τους στον επενδυτικό τομέα, παροχή επενδυτικών συμβουλών από μη εγγεγραμμένα στο δημόσιο μητρώο πρόσωπα, παράλειψη γενικής περιγραφής της φύσεως και των κινδύνων των χρηματοοικονομικών μέσων με επαρκείς λεπτομέρειες, ώστε να είναι δυνατή η λήψη επενδυτικής αποφάσεως επί τη βάσει σωστής ενημερώσεως, παράλειψη αξιολογήσεως της καταλληλότητας των πελατών ή πιθανών πελατών να επενδύσουν σε αξιόγραφα ). Ενόψει των ανωτέρω, η περιγραφείσα στο σκεπτικό παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των αρμοδίων κατά περίπτωση υπαλλήλων της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας συνιστά παράβαση: α ) των διατάξεων του Ν. 3606/2007, ιδίως δε των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 1 και 2, 4 παρ. 1 και 2 και 25 αυτού, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 4, 8, 12, 13 και 14 της υπ’ αριθ. 1/452/1.11.2007 Αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ως και των άρθρων 281, 288 και 334 ΑΚ, β ) της διατάξεως του άρθρου 8 Ν. 2251/1994 περί ευθύνης αυτής ως παρέχουσας τραπεζικές - επενδυτικές υπηρεσίες, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στην μείζονα σκέψη, δεδομένου ότι η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία παραβίασε στοιχειώδεις συναλλακτικές της υποχρεώσεις, επιβαλλόμενες από την αρχή της καλής πίστεως και δεν κατέβαλε πάσα δυνατή επιμέλεια κατά την εκπλήρωση της υποχρεώσεως ενημερώσεως, διαφωτίσεως και παροχής κατάλληλης συμβουλής στους αντισυμβαλλομένους της επενδυτές - καταναλωτές της παρεχομένης επενδυτικής υπηρεσίας και γ ) των διατάξεων των άρθρων 147, 149 εδ. β`, 197, 198, 297, 298, 914 επ., 922, 932 ΑΚ, καθ’ όσον συνιστά εν ταυτώ αδικοπραξία, κατά τα αναλυτικώς εκτεθέντα ανωτέρω, διότι με απατηλά μέσα οι ως άνω προστηθέντες της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας τραπεζικοί υπάλληλοι δολίως προκάλεσαν στους εφεσιβλήτους, οι οποίοι ήταν συντηρητικοί πελάτες της Τράπεζας με χαρακτηριστικά μέσου αποταμιευτή και επενδυτή, την απόφαση να επενδύσουν το εις χρήμα κεφάλαιό τους στα εν λόγω επενδυτικά προϊόντα, παριστώντας σε αυτούς ψευδώς ότι αυτά αποτελούν ασφαλή για το κεφάλαιό τους επενδυτική επιλογή, ενώ σαφώς γνώριζαν ότι αυτό δεν ισχύει, περαιτέρω δε επιμελώς αποσιώπησαν τους κινδύνους των συγκεκριμένων επενδύσεων, προβάλλοντας σκοπίμως μόνο τα ελκυστικά στοιχεία αυτών, με μόνο σκοπό τη διασφάλιση της κεφαλαιακής επάρκειας της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας μέσω της αντλήσεως κεφαλαίων από τα εν λόγω επενδυτικά προϊόντα και εν τέλει δια της μετατροπής των Μ.Α.Ε.Κ. σε μετοχές, όπως τελικώς συνέβη, κατά τα προεκτεθέντα, με συνέπεια οι τελευταίοι να υποστούν περιουσιακή ζημία, αλλά και ηθική βλάβη λόγω της ψυχικής ταλαιπωρίας, η οποία προκλήθηκε σε αυτούς από την απώλεια του κεφαλαίου τους υπό τις προπεριγραφείσες συνθήκες. Επομένως, το πρωτοβάθμιο το οποίο δέχθηκε τα ίδια, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και την εκτίμηση των αποδείξεων, οι υποστηρίζοντες δε τα αντίθετα δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και ένατος λόγος εφέσεως τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι. Μετά ταύτα, από την ως άνω συμπεριφορά της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας οι εφεσίβλητοι υπέστησαν περιουσιακή ζημία, συνισταμένη στην ποιοτική μετατροπή ( ήδη κατά την αγορά των Μ.Χ. 2013/2018 και εν συνεχεία με την αγορά των Μ.Α.Κ. και των Μ.Α.Ε.Κ. ) του διαθεσίμου εις χρήμα κεφαλαίου τους σε ιδιαιτέρως επισφαλείς απαιτήσεις κατά της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας ( σύνθετα χρηματοοικονομικά προϊόντα ) με τα αναλυτικώς ανωτέρω περιγραφόμενα στο σκεπτικό χαρακτηριστικά, η οποία ( ζημία ) ισούται με το σύνολο του επενδυθέντος τελικώς σε Μ.Α.Ε.Κ. κεφαλαίου τους. Σημειωτέον ότι η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική δεν προσβάλλει με ειδικό λόγο εφέσεως το κεφάλαιο της επιδικασθείσας εις έκαστον των εφεσιβλήτων χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ως προς το ύψος των επιδικασθέντων επιμέρους ποσών και ως εκ τούτου, μετά την απόρριψη του ενάτου λόγου εφέσεως περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 932 ΑΚ λόγω μη συνδρομής των όρων της αδικοπραξίας, το Δικαστήριο δεν επιλαμβάνεται περαιτέρω του συγκεκριμένου κεφαλαίου της εκκαλουμένης αποφάσεως. Εξάλλου, με τον έκτο λόγο εφέσεως η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ, δεχόμενο ότι υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του προβαλλομένου ως ζημιογόνου γεγονότος και της επελθούσας ζημίας των εφεσιβλήτων, διότι μετά τη θέση αυτής υπό καθεστώς ειδικής εξυγιάνσεως την 26.3.2013 με τον « Περί Εξυγίανσης Τραπεζικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο ( 17 ) 2013 » της Κυπριακής Δημοκρατίας η μετατροπή των Μ.Χ. 2013/2018, Μ.Α.Κ. και Μ.Α.Ε.Κ. σε μετοχές αυτής έλαβε χώρα σε εκτέλεση των διατάξεων του Νόμου αυτού με τα αναφερόμενα ανωτέρω στο σκεπτικό της παρούσας Διατάγματα της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, η οποία οριζόταν ως Αρχή Εξυγιάνσεως, δηλαδή η όποια περιουσιακή ζημία των εφεσιβλήτων δεν οφείλεται στην αγορά των εν λόγω επενδυτικών προϊόντων κατά τα έτη 2008, 2009 και 2011, αλλά σε επιγενόμενα γεγονότα ανωτέρας βίας, μη δυνάμενα να προβλεφθούν εκ των προτέρων, λαβόντα χώρα κατά το μήνα Μάρτιο του έτους 2013 και μάλιστα μη συνδεόμενα με δικές της ενέργειες ή παραλείψεις ( ήτοι στην ψήφιση του ως άνω Νόμου της Κυπριακής Δημοκρατίας και στην έκδοση των προαναφερομένων Διαταγμάτων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ) και ως εκ τούτου συντρέχει περίπτωση διακοπής του αιτιώδους συνδέσμου. Επί του προκειμένου λόγου εφέσεως λεκτέα τα ακόλουθα : Αναγκαίος όρος για την κατάφαση ευθύνης προς αποζημίωση αποτελεί, μεταξύ άλλων η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του νομίμου λόγου ευθύνης ( αντισυμβατική ή παράνομη συμπεριφορά ) του δράστη και της επελθούσας ζημίας του θύματος. Στην προκειμένη περίπτωση, νόμιμο λόγο ευθύνης της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας συνιστούν ( και δη σωρευτικώς ) η παράβαση της εν τοις πράγμασι καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως παροχής επενδυτικών συμβουλών ( εν προκειμένω υπό τη μορφή της συστάσεως - παράβαση άρθρων 3 παρ. 1 και 2, 4 παρ. 1 και 2 και 25 Ν. 3606/2007, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 4, 8, 12, 13 και 14 της υπ’ αριθ. 1/452/1.11.2007 Αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ως και των άρθρων 281, 288 ΑΚ ), η παράβαση του άρθρου 8 Ν. 2251/1994 περί ευθύνης του παρέχοντος υπηρεσίες και η αδικοπραξία ( άρθρα 914 επ. ΑΚ ), κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα ανωτέρω στο σκεπτικό, ενώ ζημία συνιστά όχι αυτή καθ’ εαυτή η μετατροπή κεφαλαίου ( μετρητών χρημάτων ) των εφεσιβλήτων σε μετοχές, αλλά το γεγονός ότι το κεφάλαιο αυτό εξήλθε της περιουσίας τους και αντ` αυτού δεν εισήλθε ισοδύναμο ποιοτικώς μέγεθος, αλλά κάτι έτερο, ήτοι σύνθετα χρηματοοικονομικά προϊόντα, ιδιαιτέρως επισφαλή, μη παρέχοντα δικαίωμα επιστροφής του κεφαλαίου και εν τέλει, μηδενικής αξίας λόγω της πραγματικής οικονομικής καταστάσεως της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, με συνέπεια η ζημία των εφεσιβλήτων να θεωρείται επελθούσα, ακόμη και σε περίπτωση, καθ’ ην δεν είχε χωρήσει μετατροπή σε τραπεζικές μετοχές. Μεταξύ των πλειόνων συρρεόντων νομίμων λόγων ευθύνης της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας και της ως άνω ζημίας των εφεσιβλήτων υφίσταται πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, δεδομένου ότι, εάν η εκκαλούσα είχε παράσχει, ως όφειλε κατά τις αρχές της καλής συναλλακτικής πίστεως, τη δέουσα πλήρη ενημέρωση και διαφώτιση στους εφεσιβλήτους πελάτες της ως προς τη φύση, τη λειτουργία και κυρίως, τους κινδύνους της επενδύσεως στα συγκεκριμένα προϊόντα και δεν επεδείκνυε συστηματικώς την προπεριγραφείσα παραπλανητική συμπεριφορά, οι εφεσίβλητοι, κατά τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν θα είχαν επενδύσει στα προϊόντα αυτά και θα είχε αποφευχθεί η ζημία τους. Ζήτημα διακοπής του αιτιώδους συνδέσμου από την παρεμβολή του Κυπριακού Δημοσίου ( δια της θέσεως σε ισχύ του ως άνω Νόμου ) και της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ( δια της εκδόσεως των προαναφερομένων Διαταγμάτων ) δεν τίθεται, αφ’ ενός διότι η ζημία των κατόχων των Μ.Α.Ε.Κ. είχε ήδη επέλθει με την αγορά των επιδίκων επενδυτικών προϊόντων σε προγενέστερο χρόνο, αφ’ ετέρου δε διότι, εν πάση περιπτώσει, με τις εν λόγω νομοθετικές παρεμβάσεις απλώς υλοποιήθηκαν οι όροι του αφορώντος στα Μ.Α.Ε.Κ. Ενημερωτικού Δελτίου, όπως αυτοί παρατίθενται αναλυτικώς ανωτέρω στο σκεπτικό ( βλ. σχετ. Σπ. Ψυχομάνη, Η διάθεση στην Ελλάδα « Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου », ως καινοφανών ομολόγων ομολογιακού δανείου αλλοδαπής τράπεζας, ΔΕΕ 2018, 21 επ. ), δηλαδή δεν πρόκειται περί επελεύσεως άλλου εξαιρετικού και απροβλέπτου γεγονότος, ανεξάρτητου προς την αρχική αδικοπραξία, εντελώς ασχέτου προς το γεγονός, το οποίο ήταν πρόσφορο να επιφέρει και θα επέφερε το βλαπτικό αποτέλεσμα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εν τέλει δεν επήλθε λόγω του πράγματι επελθόντος εξαιρετικού και απροβλέπτου γεγονότος, με συνέπεια τη διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου ( ΑΠ 1479/2013 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών « ΝΟΜΟΣ » ). Τα ανωτέρω ισχύουν και για όσους από τους ενάγοντες -εφεσίβλητους μετέτρεψαν τα ΜΑΕΚ σε μετοχές της πρώτης εναγομένης -εκκαλούσας, πέραν του γεγονότος ότι η μετατροπή έγινε κατόπιν συμβουλών των υπαλλήλων της ότι αυτός ήταν ο μοναδικός τρόπος να διασωθεί το κεφάλαιό τους, που τελικά δεν διασώθηκε. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με παρεμφερή, έστω και ελλιπή αιτιολογία, η οποία παραδεκτώς συμπληρώνεται από το παρόν Δικαστήριο ( άρθρο 534 ΚΠολΔ ), απέρριψε τον ισχυρισμό της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας περί διακοπής της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του νομίμου λόγου ευθύνης της και της επελθούσας ζημίας των εφεσιβλήτων λόγω παρεμβολής γεγονότων ανωτέρας βίας, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ, ο υποστηρίζων δε τα αντίθετα έκτος λόγος εφέσεως τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Σύμφωνα, εξάλλου, με τις ανωτέρω παραδοχές, η αιτίαση, που περιέχεται στο πρώτο σκέλος του πέμπτου εκ των λόγων έφεσης, ότι δηλαδή η εκκαλουμένη απόφαση περιέλαβε εσφαλμένη κρίση, αφενός μεν, περί της αλόγιστης επιχειρηματικά προηγουμένης επένδυσης της εκκαλούσας αλλοδαπής τράπεζας σε ΟΕΔ, καθώς και περί της εσφαλμένης λογιστικής απεικόνισης αυτών ( των ΟΕΔ ) στις οικονομικές της καταστάσεις του έτους 2010, αφετέρου δε περί της αφερεγγυότητας της τελευταίας σε χρόνο προ της έκδοσης των ΜΑΕΚ ( Απρίλιος του 2011 ), διότι - κατά τους ισχυρισμούς της εκκαλούσας - με βάση τους ειδικούς κανόνες του Συμφώνου της Βασιλείας II, το οποίο ενσωματώθηκε στο ενωσιακό δίκαιο με τις Οδηγίες με στοιχεία 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ, το ν. 3601/2007 και την οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων και των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων του 2006 έως 2011, η εκκαλούσα δεν εξέδωσε τα επίδικα ΜΑΕΚ προκειμένου να καλύψει οικονομική ζημία της, δεδομένου ότι με βάση τα κριτήρια του ιδρυθέντος το έτος 2002 Συμβουλίου Διεθνών Λογιστικών Προτύπων και των Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Αναφοράς που αποτελούν ενωσιακό δίκαιο, αυτή ήταν κεφαλαιακά επαρκής κατά τα έτη 2010 και 2011, κρίνεται απορριπτέα ως αλυσιτελώς προβαλλόμενη, καθώς και ο άνω λόγος της έφεσης, διότι, όπως προαναφέρθηκε, νόμιμο λόγο ευθύνης της εναγομένης - εκκαλούσας συνιστά η προπεριγραφείσα αντισυμβατική και συνάμα αδικοπρακτική συμπεριφορά αυτής, το δε ζήτημα της κεφαλαιακής επάρκειας ή μη της τελευταίας, κατά τον χρόνο έκδοσης των υπόψη τίτλων ( ιδίως των ΜΑΕΚ ), δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς την ζημία των εφεσιβλήτων, ερευνήθηκε απλώς από την προσβαλλομένη, ως εκλυτικός παράγων της έκδοσής της, χωρίς το γεγονός αυτό να επιδρά στο διατακτικό της ( βλ. ΑΠ 16/2024 προσκομιζόμενη ). Περαιτέρω, ο ως άνω πέμπτος λόγος έφεσης, κατά έτερο σκέλος του και δη αναφορικά με την αιτίαση ότι το πρωτοβάθμιο πολιτικό Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση δεν είχε την δικαιοδοσία να αποφανθεί περί της κεφαλαιακής επάρκειας της εκκαλούσας, κατά τον χρόνο προ της έκδοσης των ΜΑΕΚ, διότι αρμόδιες αποκλειστικά προς τούτο και δη προληπτικά τυγχάνουν οι αντίστοιχες εποπτικές αρχές ( κυπριακές και ευρωπαϊκές ), πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος ουσιαστικά, καθόσον τα πολιτικά Δικαστήρια έχουν σε κάθε περίπτωση δικαιοδοσία να αποφανθούν, έστω και παρεμπιπτόντως, επί παντός θέματος, ακόμη και διοικητικής φύσεως ( ΑΠ 1182/2021, ΑΠ 246/2019, ΑΠ 27/2019 δημοσιευμένες στην Τ.Ν.Π. « Νόμος » ). Περαιτέρω, με τον έβδομο λόγο εφέσεως η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 300 ΑΚ και την εκτίμηση των αποδείξεων, με συνέπεια να απορρίψει ως αβάσιμη κατ` ουσίαν την παραδεκτώς με τις προτάσεις προταθείσα εκ μέρους της ένσταση συντρέχοντος πταίσματος των εφεσιβλήτων περί την πρόκληση και την έκταση της ζημίας τους, διότι αυτοί : α ) δεν ζήτησαν εξ αρχής πληροφορίες για την ακριβή φύση και τους κινδύνους των επιδίκων επενδυτικών προϊόντων και β ) μετά την παραλαβή το πρώτον των ενημερωτικών σημειωμάτων με την αποτίμηση την συγκεκριμένη ημέρα της αξίας διαπραγμάτευσης αυτών, η οποία ήταν χαμηλότερη σε σχέση με την ονομαστική τους αξία, δεν έσπευσαν να ρευστοποιήσουν τα χρεόγραφά τους στη χρηματιστηριακή αγορά, κατά τα αντίστοιχα έτη 2008, 2009 και 2011 και ακολούθως να εισπράξουν το τίμημα της πωλήσεως και να περιορίσουν την ζημία τους, ενώ, εάν ορθώς έκρινε, έπρεπε να αφαιρέσει από τα επιδικασθέντα ποσά αποζημιώσεως τα αναφερόμενα στο δικόγραφο της εφέσεως δΓ έκαστο εφεσίβλητο ποσά. Ωστόσο, η υπό κρίση ένσταση τυγχάνει αβάσιμη και απορριπτέα, διότι υπό τις ανωτέρω λεπτομερώς περιγραφόμενες συνθήκες προσεγγίσεως και καταπείσεως των εφεσιβλήτων με απατηλά μέσα να προβούν στις επίδικες επενδύσεις δεν νοείται συνδρομή συντρέχοντος πταίσματος αυτών, πολλώ δε μάλλον δεν τίθεται ζήτημα ετοιμότητας των εφεσιβλήτων να προβούν σε χρηματιστηριακή πώληση των ομολόγων τους καθ’ ο χρόνο εισπράττουν τόκους με κανονικούς ρυθμούς. Άλλωστε, οι εδώ εφεσίβλητοι, ως μέσοι συντηρητικοί αποταμιευτές - επενδυτές, δεν είχαν ειδικές νομικές και χρηματοοικονομικές γνώσεις και σε κάθε περίπτωση, δεν διέθεταν ειδικούς νομικούς και χρηματιστηριακούς συμβούλους ( όπως εθεωρείτο αναγκαίο, κατά τα αναφερόμενα στα σχετικά Ενημερωτικά Δελτία ), ώστε να λαμβάνουν συνεχώς νομική και χρηματοοικονομική ενημέρωση για την εξέλιξη της επενδύσεώς τους και να αντιλαμβάνονται πλήρως και επαρκώς τις μεταβολές των χρηματιστηριακών δεικτών, για το λόγο δε αυτό μόνη η προς τους εφεσιβλήτους αποστολή από την εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία εγγράφων ενημερώσεων ( « statements » ) για τις αποδόσεις των επιδίκων επενδυτικών προϊόντων σε τακτά χρονικά διαστήματα δεν αρκεί προς απόδειξη της πλήρους γνώσεως αυτών, αναφορικά με την φύση, την λειτουργία και τους κινδύνους των προϊόντων αυτών, αλλά μόνο αναφορικά με τον χαρακτήρα τους ως επενδύσεις ( τον οποίο εξάλλου οι εφεσίβλητοι δεν αμφισβητούν, καθ’ όσον δεν ισχυρίζονται ότι τα εν λόγω προϊόντα ήταν προθεσμιακές καταθέσεις, αλλά προϊόντα ομοιάζοντα με προθεσμιακές καταθέσεις, προς τις οποίες και συγκρίθηκαν από τους κατά περίπτωση αρμοδίους τραπεζικούς υπαλλήλους, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα ανωτέρω στο σκεπτικό ), τις οποίες όμως ευλόγως θεωρούσαν ασφαλείς και χωρίς κίνδυνο για το επενδυόμενο κεφάλαιό τους, το αυτό δε ισχύει και για τις αντίστοιχες ενημερωτικές επιστολές της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας προς τους μετόχους και τους κατόχους Μ.Χ., Μ.Α.Κ. και Μ.Α.Ε.Κ. της 31-12-2008, 31-12-2009 και 30-6-2011 ( κατά περίπτωση ), οι οποίες απεστάλησαν στους εφεσιβλήτους, διότι η αποστολή των εν λόγω εγγράφων καλύπτει μεν τύποις τη γενική υποχρέωση ενημερώσεως των υποψηφίων επενδυτών ( με χρήση συνθέτων και μη ευχερώς κατανοητών από τον μέσο μη « επαγγελματία » επενδυτή τεχνικών νομικών - χρηματοοικονομικών όρων ), δεν αποδεικνύει όμως πλήρη και ουσιαστική γνώση της πραγματικής φύσεως και λειτουργίας των εν λόγω προϊόντων και - προεχόντως - των κινδύνων τους από τους συγκεκριμένους στερουμένους ειδικών νομικών και χρηματοοικονομικών γνώσεων εφεσιβλήτους, στοιχεία, τα οποία κατά τη ζώσα επικοινωνία των τελευταίων με τους κατά περίπτωση αρμοδίους υπαλλήλους ( οι οποίοι και είχαν την πρωτοβουλία της προσεγγίσεως των υποψηφίων επενδυτών είτε τηλεφωνικώς είτε δια ζώσης στο πλαίσιο τραπεζικής συναλλαγής ) επιμελώς αποσιωπήθηκαν, ενώ παρεσχέθησαν σαφείς διαβεβαιώσεις για την κεφαλαιακή επάρκεια της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, την ασφάλεια του επενδυομένου κεφαλαίου και την καταγραφή υψηλών αποδόσεων τόκου. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε ως αβάσιμη την προταθείσα ένσταση συντρέχοντος πταίσματος, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 297, 298 και 300 ΑΚ και την εκτίμηση των αποδείξεων, ο υποστηρίζων δε τα αντίθετα έβδομος λόγος εφέσεως τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Εξάλλου, με τον όγδοο λόγο εφέσεως, η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 149, 297, 298 και 914 ΑΚ και απέρριψε ως μη νόμιμη την παραδεκτώς προταθείσα με τις προτάσεις ης ένσταση συνυπολογισμού στη ζημία των εφεσιβλήτων του κέρδους αυτών από την απόληψη τόκων των επιδίκων επενδυτικών προϊόντων, ενώ, εάν ορθώς έκρινε, έπρεπε να αφαιρέσει από τα επιδικαζόμενα ποσά αποζημιώσεως τα αναφερόμενα στο δικόγραφο της εφέσεως εισπραχθέντα από τους εφεσιβλήτους ποσά τόκων. Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος συνιστά παραδεκτώς προβαλλομένη ένσταση συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους ( άρθρα 297 και 298 ΑΚ ), τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι και αληθούς υποτιθεμένης της εισπράξεως των ως άνω ποσών τόκων από τους εφεσιβλήτους, οι αποδόσεις αυτές δεν συνιστούν κέρδος αυτών από τη ζημία τους, αλλά αποτελούν καρπούς της επενδύσεώς τους στα ως άνω επενδυτικά προϊόντα, η οποία σαφώς προέβλεπε συγκεκριμένες απολήψεις. Δηλαδή, οι τόκοι, τους οποίους έλαβαν οι εφεσίβλητοι, αποτελούν μεν κέρδος τους, πλην όμως το κέρδος αυτό δεν προέρχεται από ( ήτοι δεν συνδέεται αιτιωδώς ) το ζημιογόνο γεγονός της απωλείας του κεφαλαίου τους λόγω της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, όπως απαιτείται κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, αλλά από την παραχώρηση του κεφαλαίου τους στην τελευταία, η οποία το εκμεταλλεύθηκε με τον προσφορότερο γι’ αυτήν τρόπο, αποδίδοντας στους εφεσιβλήτους τους παραγομένους τόκους. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε ως μη νόμιμη την ως άνω ένσταση συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ, ο υποστηρίζων δε τα αντίθετα όγδοος λόγος εφέσεως τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Σημειώνεται, τέλος, ότι η ένσταση παραγραφής της επίδικης αξίωσης των δέκατου τρίτου και δέκατου πέμπτου των εναγόντων, η οποία δεν προβλήθηκε από την εκκαλούσα δια του εφετηρίου δικογράφου με λόγο έφεσης ούτε δι΄ ιδιαιτέρου δικογράφου ( και κοινοποίηση ) με πρόσθετο λόγο έφεσης, αλλά μόνον με τις έγγραφες προτάσεις αυτής, τυγχάνει κατ` άρθρα 520 και 522 του ΚΠολΔ απορριπτέα, ως απαράδεκτη ( βλ. σχετικά και Σ. Σαμουήλ Η Έφεση, εκδ. 2003, παρ. 544, 578 επ. ).

 Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη έφεση, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο ( άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε` ΚΠολΔ ) και να συμψηφισθεί στο σύνολό της μεταξύ των διαδίκων η δικαστική δαπάνη του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, διότι η ερμηνεία των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου υπήρξε ιδιαιτέρως δυσχερής ( άρθρα 179, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ ).

 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την από 16-12-2019 ( με αριθ. εκθ. καταθ. ..../...../16-12-2019 ) έφεση, κατά της με αριθ. 3603/2019 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

 ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και

 ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ στην ουσία την έφεση αυτή

 ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

 ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ στο σύνολό της μεταξύ των διαδίκων την δικαστική δαπάνη του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας.

 ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2024 και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30-5-2024, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

 Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                                                                           Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


 Ν.Σ.-Ρ.Κ.

 

 

 

 

 

 

 

 

Η ιστοσελίδα αυτή είναι ένα εργαλείο επικοινωνίας από μια ανεξάρτητη ομάδα ομολογιούχων της Τράπεζας Κύπρου που εν αγνοία τους από καταθέτες έγιναν, με παραπλάνηση, ομολογιούχοι-επενδυτές και τώρα μέτοχοι του ενός cent. Σκοπός της ιστοσελίδας είναι να συντονίσει τον αγώνα μας σε όλα τα επίπεδα και με όλα τα μέσα.