Παρατηρήσεις στην ΑΠ 1136/2020
Εντοπισμός της απσκαταστατέας ζημίας και θεμελίωση της αιτιώδους συνάφειας σε περίπτωση πλημμελούς επενδυτικής πληροφόρησης και συμβουλής
Συγγραφέας: Γεώργιος Λαδογιάννης, Επίκ. Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
Προδημοσίευση από το τεύχος Απριλίου των ΕφΑΔΠολΔ 2021
I. Η δημοσιευόμενη απόφαση του Αρείου Πάγου έκρινε σε διαφορά από αξίωση αποζημίωσης επενδυτών κατά τραπεζικού ιδρύματος. Σύμφωνα με το ιστορικό της υπόθεσης, όπως αυτό προκύπτει μέσα από το ενσωματούμενο σκεπτικό της εφετειακής απόφασης, οι ενάγοντες, στο πλαίσιο αγωγής αποζημίωσης για ποσά που είχαν επενδύσει, ισχυρίσθηκαν ότι η εναγόμενη τράπεζα τούς παρέπεισε να επενδύσουν σε σύνθετες και υβριδικές ομολογίες εκδόσεώς της («Μετατρέψιμα αξιόγραφα ενισχυμένου κεφαλαίου» / ΜΑΕΚ), αποκρύπτοντας βασικά χαρακτηριστικά και ουσιώδεις όρους τους, που τις καθιστούσαν ιδιαίτερα ριψοκίνδυνες και ακατάλληλες για αυτούς, καθώς και το γεγονός ότι αντιμετώπιζε ήδη σοβαρό πρόβλημα κεφαλαιακής επάρκειας και γι' αυτό οι συγκεκριμένες ομολογίες, έτους 2011, είχαν σχεδιασθεί για να καλύψουν ακριβώς τη ζημία της σε περίπτωση επιδείνωσης του προβλήματος αυτού, με κατάρρευση της κεφαλαιακής επάρκειας. Τον Ιούνιο του 2012 η τράπεζα ακύρωσε αναγκαστικά και οριστικά την καταβολή τόκων στα άληκτα ΜΑΕΚ λόγω έλλειψης κεφαλαιακής επάρκειας και ρευστότητας. Το 2013 η τράπεζα με κρατική παρέμβαση τέθηκε σε καθεστώς αναγκαστικής εξυγίανσης, προκειμένου να αποκατασταθεί η κεφαλαιακή της επάρκεια. Τα ΜΑΕΚ, σύμφωνα με τους όρους έκδοσής τους, μετατράπηκαν υποχρεωτικά σε μετοχικό κεφάλαιο και στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκαν για τη διαγραφή συσσωρευμένων ζημιών της τράπεζας.